Συνδεθείτε μαζί μας

Τα υποκοριστικά

Η Άννα βγήκε από την αίθουσα κοβαλτίου στο υπόγειο του Νοσοκομείου του Αγίου Σάββα. Ακούμπησε την τσάντα της στο πρώτο τραπεζάκι που βρέθηκε μπροστά της και κατέβασε δυο γερές γουλιές νερό από το μπουκαλάκι της. Να αποπλύνει το φόβο και σήμερα. Νερό, νερό να ποτίσει τον ουρανίσκο της, να λύσει τους αρμούς των χεριών της, να κατεβεί ως τα δάχτυλα των ποδιών της. Να βρει επαφή και συνομιλία με τη γη. Να βοσκήσει πατρίδα, σπαρτή ή αυτοφυή, χόρτα βραστά με λεμόνι. Φρέσκο καθαρό αεράκι να φυσήξει μέσα της. Φαίνεται δεν τον είχε καλοξεπλύνει το φόβο της σήμερα και της κακοκαθότανε στο λαιμό σαν το καρύδι του Αδάμ. Πιάστηκε από την ξύλινη κουπαστή της σκάλας ανόδου και ένιωσε σχεδόν ευγνωμοσύνη στην επαφή της με την οργανική ύλη, αποφεύγοντας να κοιτάξει το διπλανό τοίχο με την απαστράπτουσα λαδομπογιά που αντανακλούσε τη σκιά της.

Όρμησε κυριολεκτικά στον προαύλιο χώρο και κάθισε σε ένα παγκάκι άκρη, άκρη, όπως όλοι εκείνοι που βρίσκονται πάντα «υπ΄ατμόν» ή έχουν αποδεχτεί ως μερίδιο τους στη ζωή το λίγο ή κι από μια αίσθηση προσωρινής μετάθεσης από τη χορεία των ασθενών σε εκείνη των επισκεπτών. Ακούμπησε την πλάτη της πίσω και κοίταξε ψηλά. Το πρόσωπο της φωτίστηκε, στις ίριδες των ματιών απλώθηκε το γαλάζιο του ουρανού με κάτι παραπλέοντα συννεφάκια, όπως συμβαίνει σε μερικούς πίνακες του ReneMagritte, ενώ οι πλατιές κλειστές επιφάνειες της πρόσοψης, με τις ανοιχτές οριζόντιες συστοιχίες των ορθογώνιων παραθύρων, δημιουργούσαν περισσότερο ένα αίσθημα ασφάλειας παρά φρουρούμενου θανάτου. Ένα τίναγμα δυσφορίας του κεφαλιού και σχεδόν μια ταυτόχρονη κίνηση του χεριού, σαν αυτή που προκαλεί ο βόμβος ενοχλητικού εντόμου, διατάραξαν την όλη γαλήνη. Όχι, όχι ο σιδερόφρακτος Mondrian είναι από την πίσω μεριά, με τις σκοτεινές τρύπες του Εμφυλίου και τα άδεια μάτια, σκέφτηκε. 

Αφέθηκε στη δροσερή ομορφιά λουλουδιών και δενδρυλλίων του προαυλίου. Άρχισε να τα ονοματίζει και να τα χαιρετά ένα προς ένα σαν πρόσωπα, όχι απλώς γνώριμα αλλά οικεία. Γαλήνεψε, όταν ξαφνικά ένα δενδρύλλιο, γνωστό στην όψη, είχε χάσει το όνομά του. Το προσπέρασε βλέποντας ένα πορφυρό γεράνι και ύστερα τίποτα… Ταράχτηκε, όταν η μυρωδιά του γιασεμιού της ξύπνησε το όνομά του. Γιασεμί, ψιθύρισε. Η πέργκολα κάτω από το παράθυρο των γονιών της και από κάτω το παρτέρι με τις φράουλες… «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», θρόισαν οι κορφές. Κάπως έτσι, σκέφτηκε, κόμβοι λασκάρουν, θηλιές ξεχειλώνουν εδώ και εκεί, Χειραψίες μένουν μετέωρες, συνάψεις αιωρούνται, ξέφτια, λέξεις γλιστρούν και χάνονται αθόρυβα στο κενό. Εικόνα ο κόσμος ανοηματοδότητη. Κατέβασε το κεφάλι της. Δεν ήθελε να τη δει αυτή την εξόδιο ακολουθία στον πάτο της αυλής.

Άνοιξε την πόρτα του θαλάμου. Θάλαμος ή θαλάμι; Προσπάθησε να διασκεδάσει και αυτή την πρόσφατη απώλεια. Την χτύπησε όμως η γνωστή υπόξινη οσμή, κάτι μεταξύ σήψης και αντισηψίας. Αόρατη, πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα κι ούδε βροχή ούδε άνεμος μπορούσε να ξεπλύνει. Λούστηκε πάλι το καθαρό οινόπνευμα, έριξε και στο μαξιλάρι, ζουπώντας τη μύτη της με την ανάστροφη της παλάμης. Ξάπλωσε όπως, όπως κλείνοντας τα μάτια. Το τροχήλατο αμαξίδιο, με τα ντιντινίζοντα σύνεργά του, πλησίαζε-προάγγελος μιας καθημερινής σχεδόν διαδικασίας. Ελάτε, μην ανησυχείτε, είπε, η λευκοφορεμένη  οδηγός και συνέχισε: Ένα τσιμπιματάκι είναι. Λίγο αιματάκι θα σας πάρουμε. Πάνω τελείως, ίσια και χαλαρά τα ποδαράκια, το κεφαλάκι στο μαξιλάρι και το χεράκι σας αφήστε το, εδώ σε εμένα. Σωρεία τα υποκοριστικά πέφτανε πάνω της. Υποκοριστικά, υποκοριστικούλια, από αυτά που δεν έχουν ούτε στον ήχο τους το χάδι  ή την ευγενική παράκληση ή έστω την ωμοφαγική διάθεση του έρωτα, την συρρικνώνανε. Μία επιτομή  ανθρώπινου όντος. Ένα συρρικνωμένο ανθρωπάκι, μια τόση δα ζωούλα. Οι στίχοι του Κακάρογλου σαν χάντρες έπεφταν στο πάτωμα.

«Σ΄ό,τι αγαπάμε

Δίνουμε όνομα χαϊδευτικό

Για να το κρατάμε πιο πολύ μες την καρδιά μας.

Γι ‘αυτό το Καλοκαίρι Καλοκαιράκι

Και ποτέ ο Χειμώνας , Χειμωνάκι

Και η ζωή, ζωούλα

Και ο θάνατος , θάνατος.»

Με κλειστά μάτια περίμενε το γιατρό της, για να ξαναβάλει τον κόσμο στις πραγματικές του διαστάσεις.

Ευγενία      

2016