Συνδεθείτε μαζί μας

Σωστή διατροφή για … γερά παιδιά από κούνια!

«Γερά παιδιά από κούνια»…. Γνωστή λαϊκή φράση η οποία υπό μία έννοια υποδηλώνει και το ρόλο της διατροφής στη διαμόρφωση της μελλοντικής υγείας του παιδιού. Είναι δεδομένο πλέον πως η σωστή διατροφή αποτελεί μία πολύ σημαντική παράμετρο για την υγεία ενός παιδιού. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δίνεται από την πρώτη ημέρα της ζωής του και καθ’ όλη τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας, γιατί τίθενται οι βάσεις για τη σωματική και πνευματική ανάπτυξη του. Κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου το βρέφος τριπλασιάζει το βάρος γέννησης και αυξάνει κατά 50% το μήκος του. Για να επιτευχθεί η ραγδαία αυτή ανάπτυξη και να καλυφθούν οι ανάγκες χρειάζεται τροφή με πλούσια θρεπτική αξία.

Με τον όρο «βρεφική διατροφή» ορίζουμε το συγκεκριμένο μοντέλο διατροφής που πρέπει να ακολουθείται για παιδιά ηλικίας 0-3 ετών. Το γάλα της μητέρας αποτελεί την ιδανική τροφή για το βρέφος τους πρώτους 6 μήνες της ζωής και μπορεί να συνεχιστεί μέχρι το τέλος του πρώτου έτους αν είναι εφικτό. Το μητρικό γάλα αποτελεί ένα «μείγμα» θρεπτικών συστατικών και βιολογικών παραγόντων τα οποία βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία μεταξύ τους. Έχει υψηλή διατροφική αξία και σύνθεση που κανένα ξένο γάλα δε μπορεί να «μιμηθεί». Όταν η μητέρα δεν μπορεί ή δεν τα καταφέρνει να θηλάσει, για τη διατροφή του βρέφους χρησιμοποιούνται τα τροποποιημένα γάλατα. Αυτά βασίζονται στο αγελαδινό γάλα και διακρίνονται σε γάλατα πρώτης βρεφικής ηλικίας για βρέφη μέχρι 6 μηνών και δεύτερης βρεφικής ηλικίας για τα μεγαλύτερα βρέφη.

Κάπου ανάμεσα στον 5ο με 6ο μήνα γίνεται σταδιακά η εισαγωγή των στερεών τροφών. Η εισαγωγή στο διαιτολόγιο στερεών τροφών συμβαδίζει με την ωρίμανση του πεπτικού συστήματος και την αναπτυξιακή εξέλιξη του βρέφους. Οι τροφές αυτές πρέπει να είναι θρεπτικά πλήρεις σε ζωτικά διατροφικά συστατικά. Μετά τον 1ο χρόνο οι διατροφικοί στόχοι γίνονται περισσότερο συγκεκριμένοι. 

 

Στόχοι της διατροφής

Οι στόχοι της διατροφής καλό είναι να γίνονται αντιληπτοί και αποδεκτοί από τους γονείς και τα παιδιά. Μετά τον 1ο χρόνο οι στόχοι είναι:

  1. H παροχή ενέργειας και θρεπτικών συστατικών για καλή ανάπτυξη.
  2. Κατανάλωση τροφίμων υψηλής διατροφικής αξίας 
  3. H προσφορά ποικιλίας τροφών καθημερινά από όλες τις ομάδες τροφών της Διατροφικής Πυραμίδας.
  4. H ανάπτυξη αποδοχής και απόλαυσης της τροφής.
  5. H υιοθέτηση διατροφικής συμπεριφοράς με σκοπό να τεθούν οι βάσεις για σωστή διατροφή μακροπρόθεσμα.

 

Σημαντικά Θρεπτικά συστατικά στη βρεφική διατροφή 

Οι τροφές περιέχουν μακροθρεπτικά συστατικά που είναι οι πρωτεΐνες, οι υδατάνθρακες και τα λίπη και μικροθρεπτικά συστατικά, που είναι οι βιταμίνες, τα μέταλλα και τα ιχνοστοιχεία. Από τα μακροθρεπτικά συστατικά, οι πρωτεΐνες πρέπει να προσφέρουν 15-20% των θερμίδων του ημερήσιου διαιτολογίου και να είναι ζωικής και φυτικής προέλευσης. Οι υδατάνθρακες αποτελούν το 50-55% των θερμίδων του ημερήσιου διαιτολογίου. Από αυτές, 90% πρέπει να είναι με τη μορφή των πολυσακχαριτών (άμυλο, γλυκογόνο, κυτταρίνη, πηκτίνες κλπ.) και μόνο 10% να είναι ολιγοσακχαρίτες (φρουκτόζη, γλυκόζη, γαλακτόζη, λακτόζη, δηλαδή τα απλά σάκχαρα που πέπτονται πολύ γρήγορα, βρίσκονται στα σακχαρούχα ποτά και στα σιρόπια, αλλά και στο γάλα). Τα λίπη καλύπτουν 25-30% των θερμίδων. Σε παιδιά κάτω των 2 ετών δε γίνεται περιορισμός του λίπους. Μετά τα 2 έτη συνιστάται σταδιακή μείωση του λίπους, αλλά όχι κάτω του 20%. Πρέπει τα κεκορεσμένα λίπη (π.χ. ζωικά λίπη) να καλύπτουν κάτω του 10% των θερμίδων, τα πολυακόρεστα (π.χ. σπορέλαια) επίσης κάτω του 10%, ενώ τα μονοακόρεστα, δηλαδή κυρίως το ελαιόλαδο, να υπερισχύουν σε αναλογία (10-15% των θερμίδων).

Σχετικά με τα μικροθρεπτικά συστατικά (βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία) εδώ τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα. Ο σίδηρος, το ασβέστιο, οι βιταμίνες Α, Ε και D, και τα ωμέγα-3 λιπαρά αποτελούν τα πιο σημαντικά μικροθρεπτικά συστατικά των τροφών. 

Σχετικά με το σίδηρο, μελέτες έχουν δείξει ότι 9% παιδιών 2 ετών παρουσιάζει σιδηροπενική αναιμία. Τροφές πλούσιες σε σίδηρο είναι το κρέας από μοσχάρι, αρνί, κατσίκι, αλλά και οι σαρδέλες, το σπανάκι, οι φακές, το μαύρο ψωμί, τα αμύγδαλα. Οι ημερήσιες ανάγκες σε ασβέστιο κυμαίνονται από 500 – 800 mg στη νηπιακή ηλικία. Κυριότερες πηγές ασβεστίου είναι κυρίως τα γαλακτοκομικά. Εάν ο σίδηρος και το ασβέστιο είναι περισσότερο σημαντικά στην σωστή ανάπτυξη ενός παιδιού, υπάρχουν και άλλα που είναι ζωτικά για την εξέλιξη της μελλοντικής του υγείας. Αυτά είναι οι βιταμίνες Α, Ε και D, και τα ωμέγα-3 λιπαρά.

 

Μουρουνέλαιο στη βρεφική διατροφή

Κατά το παρελθόν το μουρουνέλαιο εθεωρείτο απολύτως απαραίτητο για την υγεία και την καλή ανάπτυξη των παιδιών. Εν συνεχεία, κάπου ξεχάστηκε, για να επανέλθει δριμύτερο τα τελευταία χρόνια και μάλιστα με πολλές εκλαϊκευμένες, αλλά και επιστημονικές δημοσιεύσεις να υποστηρίζουν τη μεγάλη αξία του, όχι μόνο για τα παιδιά, αλλά για όλες τις ηλικίες. Οι θρεπτικές ιδιότητες του μουρουνέλαιου είναι γνωστές εδώ και χιλιετίες και αναφορές υπάρχουν ακόμη και στη Βίβλο. Πατρίδα του μουρουνέλαιου θεωρείται η Νορβηγία, όπου και παράγεται πάνω από 1.000 χρόνια. Το 17ο αιώνα παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση μουρουνέλαιου επέφερε συγκεκριμένες ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία, ιδιαίτερα στη θεραπεία της ραχίτιδας και των ρευματισμών. Τη δεκαετία του 1960 ένα από τα χαρακτηριστικά της διατροφής των παιδιών στην Ελλάδα ήταν η κατανάλωση μουρουνέλαιου. Το μουρουνέλαιο θα έλεγα ότι «στιγμάτισε» διατροφικά τα παιδιά εκείνης της εποχής. Τα τελευταία χρόνια έχει επανέλθει δριμύτερο με δεδομένη την πλούσια διατροφική του αξία. Το υψηλής ποιότητας μουρουνέλαιο αποτελεί εξαιρετική πηγή ωμέγα-3 λιπαρών οξέων: DHA και ΕΡΑ, όπως και της ιδιαίτερα σημαντικής βιταμίνης D. Ταυτόχρονα, περιέχει σημαντική ποσότητα βιταμίνης Α, ενώ συχνά προστίθεται και βιταμίνη Ε για αντιοξειδωτική προστασία των ωμέγα-3. 

 

Ωφελεί το μουρουνέλαιο τα βρέφη;

Τα βρέφη σήμερα παρουσιάζουν ιδιαίτερες διατροφικές απαιτήσεις, ειδικά σε ωμέγα-3 λιπαρά (DHA και ΕΡΑ) και βιταμίνη D. Την ίδια ώρα εξαιτίας του τρόπου ζωής και διατροφικών επιλογών, η πρόσληψη των παραπάνω συστατικών είναι περιορισμένη. Συγκεκριμένα, πολλά βρέφη δαπανούν περιορισμένο χρόνο σε υπαίθριες δραστηριότητες και επομένως δεν λαμβάνουν άφθονη βιταμίνη D αλλά και δεν καταναλώνουν ψάρι που είναι πλούσιο σε ωμέγα-3 λιπαρά. Πράγματι, η μελέτη Healthy Growth Study έδειξε ότι 8 στα 10 παιδιά στην Ελλάδα εμφανίζουν έλλειψη ή ανεπάρκεια σε βιταμίνη D. Το στόχο της επάρκειας των παραπάνω συστατικών μπορεί να εκπληρώσει αποτελεσματικά το μουρουνέλαιο (όπως ακριβώς συνέβαινε και τη δεκαετία του 1960). Το μουρουνέλαιο, ως συμπυκνωμένη πηγή ζωτικών θρεπτικών συστατικών μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών.

Είναι γνωστό ότι σε διάφορες περιοχές της Βόρειας Ευρώπης (οι οποίες ως γνωστόν χαρακτηρίζονται από χαμηλό βαθμό ηλιοφάνειας) οι παιδίατροι συνιστούν την εισαγωγή του μουρουνέλαιου στα πλαίσια της βρεφικής διατροφής ήδη από τον 6ο μήνα! Πράγματι, η λήψη μουρουνέλαιου κατά τη βρεφική ηλικία μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1, ρευματοειδούς αρθρίτιδας και σκλήρυνσης κατά πλάκας στην ενήλικη ζωή, σύμφωνα με μία μεγάλη γερμανική πληθυσμιακή έρευνα. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι το μουρουνέλαιο δρα προστατευτικά κατά της εμφάνισης διάφορων αλλεργιών και του άσθματος, ειδικά σε βρέφη των οποίων ο ένας ή και οι δύο γονείς είναι αλλεργικοί. Σύμφωνα με ερευνητές από τη Βοστόνη: «Ο συνδυασμός των θρεπτικών ουσιών που βρίσκονται στο μουρουνέλαιο παρέχει μεγαλύτερα προστατευτικά οφέλη σε σχέση με κάθε θρεπτική ουσία που λαμβάνεται μεμονωμένα». Το φαινόμενο της προστατευτικής του δράσης φαίνεται να είναι συνολικό (συνεργικό) και όχι αποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης θρεπτικής ουσίας.

Όπως είναι φανερό, τα υψηλά διατροφικά χαρακτηριστικά και η ασφάλεια του μουρουνέλαιου συμβάλλουν τόσο στη σωστή ανάπτυξη των βρεφών, όσο και στην προστασία τους από μελλοντικούς κινδύνους υγείας στην παιδική και ενήλικη ζωή. 

Συμπερασματικά όπως αποδεικνύεται, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προσθέσουμε το μουρουνέλαιο στη διατροφή των παιδιών μας. Νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε για μία υπερτροφή, η οποία συμβάλει στην απόλυτη προστασία της υγείας και πρέπει να αποτελεί μία καθημερινή συνήθεια στα πλαίσια της  σωστής βρεφικής διατροφής. 

Δημήτρης Γρηγοράκης

Ο Δρ. Δημήτρης Γρηγοράκης είναι Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος MSc, PhD, Διδάκτωρ Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, Επιστημονικός Διευθυντής Ομάδας: ΛΟΓΩ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ