Συνδεθείτε μαζί μας

Πως γίνεται η απεικονιστική εξέταση του Μαστού;

Σε όλο το Δυτικό κόσμο ο καρκίνος του μαστού εμφανίζει τα τελευταία χρόνια συνεχή αύξηση.

Οι γυναίκες πρέπει να ψηλαφούν τους μαστούς τους από νεαρή ηλικία ώστε να μπορούν έγκαιρα να εντοπίζουν τυχόν διαφορές. 

Οι απεικονιστικές μέθοδοι που εμφανίζονται στη διαγνωστική του μαστού είναι κατά σειρά: 

 

  • Μαστογραφία
  • Υπερηχογραφικός έλεγχος
  • Μαγνητική Τομογραφία Μαστών

 

Μαστογραφία 

Η Μαστογραφία αποτελεί τη μέθοδο η οποία μας επιτρέπει την καλύτερη και σφαιρικότερη απεικόνιση της μορφολογίας της δομής και των παθολογικών αλλοιώσεων του μαστού. Είναι ένα διαγνωστικό test προικισμένο με πολύ υψηλή ευαισθησία και ευκρίνεια και η μεγάλη της αξία έγκειται στην ικανότητά της να αναδεικνύει καρκίνο πολύ μικρού μεγέθους, μερικών μόλις χιλιοστών, όπως είναι ο μικροκαρκίνος του μαστού σε προκλινικό στάδιο.

Ο μικροκαρκίνος είναι αφενός μεν πολύ μικρός σε διάμετρο, αφετέρου κάποιες φορές λόγω θέσης, όταν δηλαδή βρίσκεται βαθιά πίσω στο μαστό, μπροστά από το μείζονα θωρακικό μυ, είναι πολύ δύσκολο να ψηλαφηθεί, όχι μόνο από την ίδια την γυναίκα αλλά και από το χειρουργό.

Επίσης έχει την ικανότητα η μαστογραφία να αναδεικνύει τις γνωστές μικροαποτιτανώσεις.

Οι αποτιτανώσεις είναι εναπόθεση αλάτων ασβεστίου οι οποίες πολλές φορές συσσωρεύονται μέσα στους γαλακτοφόρους πόρους και μπορεί να υποδηλώνουν την αρχή ενός φαγεσωρικού τύπου καρκίνου (το γνωστό COMEDO CA).

Είναι γνωστό ότι η μαστογραφία πρέπει να γίνεται από την  ηλικία των 40 ετών και άνω σε ασυμπτωματικές γυναίκες, το γνωστό screening του μαστού, δηλαδή πληθυσμιακός έλεγχος μαστού για την ανίχνευση του καρκίνου σε ασυμπτωματικές γυναίκες. Όλες οι γυναίκες μετά τα 40 πρέπει να προσέρχονται και να υποβάλλονται σε μια μαστογραφία, δεδομένου ότι όταν υπάρχει κακοήθεια και μάλιστα σε προκλινικό στάδιο, στην κυριολεξία μπορεί η εξεταζόμενη να σώσει τη ζωή της.

Βέβαια όπως όλες οι απεικονιστικές μέθοδοι, έτσι και η μαστογραφία έχει ένα ποσοστό 6 έως 8% ψευδώς θετικών και ψευδως αρνητικών ευρημάτων. Τα ψευδώς θετικά οφείλονται κυριώς σε γυναίκες όπου ο αδενικός ιστός είναι πολύ πυκνός και έτσι απεικονιστικά έχουμε επιπροβολές ινοκυστικών στοιχείων. Ψευδώς αρνητικά διότι επισής λόγω παρουσίας πυκνού αδενικού ιστού, εάν υπάρχει βλάβη πολύ μικρής διαμέτρου, μπορεί να επικαλύπτεται από τους γειτονικούς ιστούς και να μην ανιχνεύεται.

Καμία εξέταση ως γνωστόν δεν είναι πανάκεια. Γι' αυτό ο αλγόριθμος: 1) κλινική εξέταση, δηλαδή ψηλάφιση, 2) μαστογραφία και 3) εάν χρειαστεί υπερηχογραφικός έλεγχος, μας εξασφαλίζει μια καλύτερη προσέγγιση στις δομές και στις παθολογικές αλλοιώσεις του μαστού. Επίσης επί κλινικών ευρημάτων μπορεί να ακολουθήσει και μια F.N.A, δηλαδή παρακέντηση δια λεπτής βελόνης και στη συνέχεια αναρρόφιση του περιεχομένου και κυτταρολογική εξέταση. Η τετράδα αυτή των εξετάσεων μας εξασφαλίζει το 99,9% μιας σωστής και ασφαλούς διάγνωσης.

Στις νέες γυναίκες κάτω των 40 ετών και κυρίως στην ηλικία των 30 και 35 ετών αποφεύγουμε να κάνουμε μαστογραφία και αυτό για τους εξής λόγους: 1) ο μαστός είναι μαλακά μόρια και είναι ακτινοευαίσθητος και 2) επειδή ο μαστός είναι όργανο καθαρά ορμονοεξαρτώμενο, όσο πιο νέα η γυναίκα τόσο θεωρητικά τουλάχιστον πιο ακτινοσκιέρος είναι ο αδενικός ιστός. Επομένως η μαστογραφία είναι χαμηλής διαγνωστικής αξίας. Βέβαια ανεξαρτήτως ηλικίας, εάν υπάρχει ψηλαφητό εύρημα ύποπτο για κακοήθεια προχωράμε σε μαστογραφία.

 

Υπερηχογραφικός έλεγχος των μαστών

Ο υπερηχογραφικός έλεγχος των μαστών είναι μια απεικονιστική μέθοδος η οποία τα τελευταία χρόνια συνεισφέρει πάρα πολλά στη διάγνωση των παθήσεων του μαστού. Είναι βέβαια μια συμπληρωματική εξέταση της μαστογραφίας και μας βοηθάει κυρίως στο να διευκρινίσουμε εαν το μαστογραφικό εύρημα είναι συμπαγές ή κυστικό.

Επιπλέον το υπερηχογράφημα είναι εξέταση η οποία επειδή στερείται ακτινοβολίας, γίνεται ιδίως στα νέα άτομα και συγκεκριμένα στα νεαρά κορίτσια ηλικίας 20-21 και περαιτέρω ακόμη, όπου η μαστογραφία δεν μπορεί να γίνει αφού οι μαστοί είναι και ακτινοευαίσθητοι αλλά και στην ηλικία αυτή η μαστογραφία είναι χαμηλής διαγνωστικής αξίας.

Επιπλέον γίνεται σε εγκυμονούσες καθ' όλη τη διάρκεια της κυήσεως για τον έλεγχο των μαστών και κυρίως όπου υπάρχει υπόνοια για ψηλαφητό εύρημα.

Μας βοηθάει στην ανίχνευση μη ψηλαφητών βλαβών, κυρίως όταν αυτές είναι πολύ μικρού μεγέθους και σε θέση η οποία δεν μπορεί να αναδειχθεί.

Για αυτές τις πολύ μικρές βλάβες με την βοήθεια του υπέρηχου, όχι μόνο μπορούμε να ανιχνεύσουμε την βλάβη, αλλά μπορούμε ταυτόχρονα να κάνουμε και καθοδηγούμενη βιοψία με βελόνη, όυτως ώστε παίρνοντας υλικό, μπορούμε να δούμε τι ακριβώς είναι αυτό αφού γίνει μια κυτταρολογική εξέταση.

Επιπλέον βοηθάει στην ανίχνευση ενδοπορικών αλλοιώσεων στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ρύση, κυρίως αιματηρή, από τη θήλη.

Τέλος ο υπέρηχος, ενώ μας βοηθάει πολύ στην ανάγνωση και ταυτοποίηση των διαφόρων μαστογραφικών ευρημάτων, εν τούτοις είναι εξέταση η οποία θεωρείται καθοριστική για μια χειρουργική επέμβαση.

 

Μαγνητική τομογραφία μαστών (MRI)

Η απεικόνιση του μαστού με μαγνητική τομογραφία (MRI) αποτελεί χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο καθώς προσφέρεται ιδιαίτερα για την εξέταση των μαστών με πυκνό αδενικό ιστό. Το MRI μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά στη συλλογή πληροφοριών για ανωμαλίες του μαστού οι οποίες υποδεικνύονται είτε μαστογραφικά, είτε μετά από φυσική εξέταση ή με άλλες απεικονιστικές μεθόδους. Επίσης σημαντική είναι η συμβολή του στη σταδιοποίηση του καρκίνου του μαστού, στην αξιολόγηση θεραπευτικών δυνατοτήτων καθώς και για τη μεταθεραπευτική παρακολούθηση του ασθενούς.

Το MRI βρίσκει σημαντική εφαρμογή στην αξιολόγηση μαστού με ενθέματα καθώς και της ρήξης αυτών, την απεικόνιση ανεστραμμένων θηλών, τη διερεύνηση της πρωτοπαθούς εστίας καρκίνου σε ασθενείς με διηθημένους μασχαλιαίους λεμφαδένες όπως και την ανάδειξη υπολειπόμενης νόσου μετά ογκεκτομή. Η συμβολή του MRI στην επιλογή της χειρουργικής επέμβασης (ογκεκτομή ή μαστεκτομή) και η αξιολόγηση περιστατικών για υποτροπή μετά από ογκεκτομή, θεωρείται επίσης σημαντική.

Οι περιορισμοί του μαγνητικού συντονισμού στην απεικόνιση του μαστού έχουν να κάνουν με τη δυσχέρεια στη χρησιμοποίηση της μεθόδου ως εργαλείο για «screening» καρκίνου του μαστού. Περιορισμός στη διαθεσιμότητα των μηχανημάτων, υψηλό κόστος της εξέτασης, και αυξημένη μη ειδικότητα (αδυναμία διάκρισης μεταξύ κακοήθους και μη κακοήθους βλάβης) έχουν θέσει εμπόδια στη διάδοδη της χρήσης της μεθόδου. Επιπλέον η μέθοδος δεν απεικονίζει την παρουσία αποτιτανώσεων, οπότε και είναι πιθανή η μη έγκαιρη διάγνωση πρώιμων μαστογραφικά αναδεικνυόμενων καρκίνων. Η κλειστοφοβική συμπεριφορά κάποιων εξεταζομένων και η απαραίτητη χρήση παραμαγνητικών σκιαγραφικών ουσιών, επίσης συμπεριλαμβάνονται στους περιορισμούς της μεθόδου.

Συνεχιζόμενη έρευνα επικεντρώνεται στη προσπάθεια ανάδειξης της απεικόνισης του μαστού με μαγνητικό συντονισμό κυρίως για υψηλού κινδύνου γυναίκες (ειδικά όταν πρόκειται για πυκνό μαστό που δυσχεραίνει τη μαστογραφική διάγνωση του καρκίνου).

Ρ. Αγγελάτου

Ακτινολόγος εξειδικευμένος, 
στη διάγνωση μαστογραφιών

Α. Κυζιλής

Ακτινολόγος εξειδικευμένος, 
στη διάγνωση μαστογραφιών