Συνδεθείτε μαζί μας

Που οφείλεται η τριχόπτωση σε άνδρες & γυναίκες

Τα μαλλιά αποτελούν ένα σημαντικό στοιχείο της άρτιας αισθητικής εμφάνισης και παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και σεξουαλική επικοινωνία ιδιαίτερα μεταξύ των νέων ατόμων. Αποτελούν για τη γυναίκα ένα στοιχείο θηλυκότητας και για τον άνδρα ένα σύμβολο νεότητας και ρώμης. Γι' αυτόν τον λόγο, η απώλεια ή η μείωση των τριχών της κεφαλής, δημιουργεί σε πολλούς έντονα ψυχολογικά προβλήματα με κοινωνικές προεκτάσεις. Ας ιδούμε λοιπόν τις συχνότερες μορφές αλωπεκίας, που εμφανίζονται με υψηλά ποσοστά και στα δύο φύλα.

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΧΟΦΥΪΑΣ

Η ανάπτυξη, η εξέλιξη, η πτώση και η ανάπλαση των τριχών πραγματοποιείται κατά ένα καθορισμένο τρόπο που περιλαμβάνει τρία στάδια: το αναγενές, το καταγενές και το τελογενές. Το αναγενές στάδιο είναι το δυναμικότερο. Είναι αυτό κατά το οποίο η τρίχα σχηματίζεται και αναπτύσσεται. Διαρκεί 2 έως 6 χρόνια και χαρακτηρίζεται από εντονότατη δραστηριότητα του τριχικού θυλάκου.

Το καταγενές στάδιο είναι αυτό κατά το οποίο η τρίχα προετοιμάζεται για την πτώση της. Διαρκεί 2-3 εβδομάδες και χαρακτηρίζεται από εκφύλιση ορισμένων τμημάτων του θυλάκου.

Το τελογενές στάδιο διαρκεί 4-6 μήνες. Κατά το στάδιο αυτό η παλιά τρίχα παρακμάζει, ανέρχεται μέσα στο θύλακο της απωθούμενη από την νεοσχηματιζόμενη τρίχα και τελικά πέφτει.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, περίπου το 85% των τριχών βρίσκεται στο αναγενές στάδιο, 1% στο καταγενές και 12-14% στο τελογενές. Αυτός ο κυκλικός ρυθμός της τριχοφυΐας έχει σαν αποτέλεσμα την φυσιολογική πτώση 50-100 τριχών ημερησίως.

Ο κύκλος της τριχοφυΐας βραχύνεται με την ηλικία, αλλά επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, εξωγενείς και ενδογενείς. Ενδοκρινικοί παράγοντες, όπως ο θυρεοειδής, οι γονάδες, τα επινεφρίδια, εμπλέκονται στην λειτουργία του τριχικού θυλάκου επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας την δραστηριότητα του. Η αλλαγή των εποχών επηρεάζει τον κύκλο της τριχοφυΐας. Είναι γνωστό ότι το ποσοστό των αναγενών τριχών είναι μεγαλύτερο τον χειμώνα και μικρότερο το φθινόπωρο και αυτό αντιστοιχεί στην αυξημένη πτώση των τριχών κατά το φθινόπωρο. Επίσης, ορισμένα φάρμακα, όπως τα κυτταροστατικά, τα ρετινοειδή, τα αντιθυρεοειδικά, τα αντιπηκτικά κ.α. μειώνουν τη διάρκεια του αναγενούς σταδίου και προκαλούν πρόωρη πτώση των τριχών.

 

ΑΝΔΡΟΓΕΝΕΤΙΚΗ ΑΛΩΠΕΚΙΑ

Η ανδρογενετική αλωπεκία είναι η συχνότερη μορφή αλωπεκίας. Αφορά το μεγαλύτερο ποσοστό των ανδρών και ικανό ποσοστό γυναικών (25% περίπου) της Καυκάσιας φυλής, με κληρονομική επιβάρυνση. Είναι μια εξελικτική διαδικασία που προσβάλλει επιλεκτικά το πρόσθιο μέρος της κεφαλής (κροταφοβρεγματική περιοχή) και την κορυφή. Επεκτείνεται συνήθως αργά μέχρι την ηλικία των 70 ετών. Χαρακτηρίζεται από μια ποιοτική και ποσοτική αλλαγή της τριχοφυΐας, δηλαδή από αντικατάσταση των σκληρών χρωματισμένων τριχών από λεπτές άχρωμες χνοώδεις τρίχες, με συνέπεια οι πρώτες προοδευτικά να εξαφανίζονται.

Η ανδρογενετική αλωπεκία είναι ένα από τα λίγα βιολογικά φαινόμενα που έχουν απασχολήσει τόσους πολλούς ιατρούς και ασθενείς από τόσο παλιά. Ήδη από την εποχή των αρχαίων Αιγυπτίων, πριν 4000 χρόνια, τα μαλλιά ήταν αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας. Τότε έγιναν και οι πρώτες θεραπευτικές προσπάθειες. Τον 5ο αιώνα π.Χ., ο Ιπποκράτης χορηγούσε φυτικά εκχυλίσματα για την αντιμετώπιση της φαλάκρας. Στην Αρχαία Ρώμη, η διατήρηση της κόμμης ήταν αντικείμενο εντόνου ενδιαφέροντος, γιατί η φαλάκρα θεωρείτο σημαντικό μειονέκτημα. Έτσι οι συγκλητικοί φορούσαν περούκες, ενώ οι πληβείοι χτένιζαν τα μαλλιά τους με ειδικό τρόπο, ώστε να καλύπτεται το γυμνό μέρος της κεφαλής. Αντίθετα κατά τον Μεσαίωνα, η ανδρογενετική αλωπεκία θεωρήθηκε δείγμα μεγαλοπρέπειας και αρρενοπότητας, μια αντίληψη που διατηρήθηκε για πολλά χρόνια.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η ανδρογενετική αλωπεκία προκαλείται από την επίδραση των ανδρογόνων σε ειδικά προδιατεθειμένους τριχικούς θυλάκους και ότι η εξέλιξη της καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες και από την ηλικία.

Οι σημαντικότεροι παράγοντες που ευθύνονται για την δημιουργία ανδρογενετικής αλωπεκίας είναι τα ανδρογόνα, η κληρονομικότητα, η ηλικία και, πιθανόν, τοπικοί αυτοκρινείς παράγοντες. 

Ο σημαντικός ρόλος των ανδρογόνων φαίνεται από την απουσία φαλάκρας σε ευνούχους ή σε άνδρες που έχουν υποστεί εκτομή όρχεων πριν από την ωριμότητα τους, καθώς και από την δημιουργία φαλάκρας μετά από χορήγηση τεστοστερόνης. Τούτο όμως δεν πρέπει να οδηγήσει στην εσφαλμένη αντίληψη ότι οι φαλακροί άνδρες παράγουν περισσότερα ανδρογόνα. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει διαφορά στα επίπεδα ανδρογόνων μεταξύ φαλακρών και υγιών ανδρών αντίστοιχης ηλικίας. Όμως, φυσιολογικά επίπεδα ανδρογόνων είναι ικανά να προκαλέσουν εμφάνιση αλωπεκίας σε άνδρες και σε γυναίκες εφόσον υπάρχει ισχυρή κληρονομική επιβάρυνση. 

Σε ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών (13-25%), στις οποίες δεν υπάρχει κληρονομική προδιάθεση, η αλωπεκία είναι αποτέλεσμα αυξημένης παραγωγής ανδρογόνων στα πλαίσια υποκρυπτόμενης ενδοκρινοπάθειας. Συχνότερες ενδοκρινοπάθειες που συνδυάζονται με ανδρογενετική αλωπεκία είναι: οι πολυκυστικές ωοθήκες, η συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων, η υπερπρολακτιναιμία και η μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων που παρατηρείται κατά την εμμηνόπαυση.

Νεότερες μελέτες σε άνδρες και γυναίκες απέδειξαν ότι για την δημιουργία αλωπεκίας, δεν ευθύνονται μόνο τα επίπεδα των ανδρογόνων στο αίμα, αλλά επιπλέον σημασία έχει η ανταπόκριση των τριχικών θυλάκων στα ορμονικά ερεθίσματα, δηλαδή ο μεταβολισμός των ανδρογόνων μέσα στα κύτταρα-στόχους. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο μηχανισμός δράσης των ανδρογόνων στα κερατινοκύτταρα του τριχικού θυλάκου δεν είναι απολύτως διευκρινισμένος. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι τα ανδρογόνα παίρνουν ελεύθερα στα κύτταρα-στόχους. Εκεί η τεστοστερόνη μέσω του ενζύμου 5α-αναγωγάση μετατρέπεται στην πολύ ισχυρότερη διυδροτεστοστερόνη που είναι υπεύθυνη για τις αλλαγές στην τριχοφυΐα. Η διυδροτεστοστερόνη συνδέεται με κυτταροπλασματικούς υποδοχείς. Το σύμπλεγμα ορμόνης-υποδοχέα μεταφέρεται στο πυρήνα, όπου συνδέεται με το DNA επηρεάζοντας δομικά γονίδια, τα οποία σταδιακά μεταβάλλουν την λειτουργία του τριχικού θυλάκου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την σμίκρυνση των θυλάκων, την μείωση της αναγενούς φάσης, την λέπτυνση και, τελικά, την πτώση των τριχών.

Αυτός είναι ο λόγος που η δημιουργία φαλάκρας, παρατηρείται στις περιοχές της κεφαλής, που παρουσιάζουν αυξημένες τιμές του ενζύμου 5α-αναγωγάση και αυξημένη δραστηριότητα των κυτταροπλασματικών υποδοχέων. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει και το γενετικό υπόστρωμα της ανδρογενετικής αλωπεκίας. Οι γενετικοί παράγοντες καθορίζουν τόσο την ηλικία έναρξης, όσο και την έκταση της αλωπεκίας. Σήμερα, η φαλάκρα θεωρείται ότι ανήκει στα δευτερογενή χαρακτηριστικά που κληρονομούνται με πολυγονιδιακή κληρονομικότητα και εκφράζεται με αυξημένη διεισδυτικότητα στους άνδρες.

Η ηλικία είναι ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει την εξέλιξη της ανδρογενετικής αλωπεκίας. Αυτό συνάγεται από την επέκταση της φαλάκρας με την πάροδο του φθόνου. Από τους άνδρες ηλικίας 50 ετών και άνω, το 60% παρουσιάζει μεγάλη απώλεια των τριχών στο πρόσθιο μέρος της κεφαλής και στην κορυφή, η οποία συνεχίζεται μέχρι την ηλικία των 70 ετών. Στις γυναίκες, το 25% εμφανίζει ανδρογενετική αλωπεκία μέχρι την ηλικία των 50 ετών. Ενώ ένα άλλο ποσοστό (περίπου 15%) παρουσιάζει επιδείνωση μετά την εμμηνόπαυση. 

Πλην των προαναφερθέντων, στην παθογένεια της ανδρογενετικής αλωπεκίας φαίνεται να υπεισέρχονται και τοπικοί παράγοντες, οι οποίοι εκλύονται από την δερματική θηλή, οι λεγόμενοι αυξητικοί παράγοντες. Πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν ότι οι αυξητικοί παράγοντες προάγουν την μιτωτική δραστηριότητα των κυττάρων του τριχικού θυλάκου και αυξάνουν την αγγειογένεση. Επί απώλειας των τριχών, οι παράγοντες αυτοί είναι μειωμένοι ή απουσιάζουν. Συνεπώς θεωρείται πολύ πιθανή η συμμετοχή τους στην δημιουργία της ανδρογενετικής αλωπεκίας και ίσως μελλοντικά να χρησιμοποιηθούν στην θεραπεία της.

Το κύριο κλινικό χαρακτηριστικό της ανδρογενετικής αλωπεκίας και στα δύο φύλα είναι η μείωση της τριχοφυΐας και η αντικατάσταση των σκληρών χρωματισμένων τριχών από λεπτότερες άχρωμες χνοώδεις τρίχες. Οι αλλαγές αυτές συμβαίνουν αρχικά στους κροτάφους και στην συνέχεια στην κορυφή της κεφαλής. Εμφανίζονται συνήθως μετά την ηλικία των 18 ετών στον άνδρα, ενώ στη γυναίκα περί την ηλικία των 25 ετών.

Η όλη διαδικασία οφείλεται σε σμίκρυνση και εκφύλιση των φυσιολογικών θυλάκων των τριχών, που συνοδεύεται από διαταραχή του κύκλου της τριχοφυΐας, δηλαδή από ελάττωση της αναγενούς φάσης και από αύξηση της τελογενούς, με αποτέλεσμα την ταχύτερη πτώση των τριχών. Κάθε νέα γενιά τριχών γίνεται ασθενέστερη και λεπτότερη και, τελικά, μετά από 10-20 χρόνια, οι φθίνουσες τρίχες εξαφανίζονται και το δέρμα μένει άτριχο και στιλπνό.

Στις γυναίκες, η ανδρογενετική αλωπεκία εξελίσσεται πιο αργά, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει υπερπαραγωγή ανδρογόνων. Ωστόσο σοβαρή αλωπεκία μπορεί να εγκατασταθεί γρήγορα μετά την εμμηνόπαυση. Η κλινική εικόνα συνήθως διαφέρει εκείνης των ανδρών. Τρίχες λεπτότερες και χνοώδεις υπάρχουν ανάμεσα στις φυσιολογικές, στο πρόσθιο μέρος του τριχωτού, δίνοντας την εντύπωση χρόνιας διάχυτης αλωπεκίας. Σπανιότερα, παρατηρείται μια έντονη, συνεχής και επίμονη πτώση των τριχών (τελογενής ροή), που μπορεί να οδηγήσει σε πολύ σοβαρή αλωπεκία προϊούσης της ηλικίας.  Σημειωτέον ότι γυναίκες που παρουσιάζουν ανδρογενετική αλωπεκία με πρώιμη έναρξη και ταχεία επέκταση είναι πολύ πιθανόν να υποκρύπτουν ενδοκρινοπάθεια και πρέπει να ελέγχονται.

Η διάγνωση της ανδρογενετικής αλωπεκίας είναι εύκολη. Στηρίζεται στη κλινική εξέταση και στο οικογενειακό ιστορικό των πασχόντων. Στα αρχικά στάδια, το τριχοριζόγραμμα είναι χρήσιμο γιατί προσδιορίζει την αναλογία αναγενών/ τελογενών τριχών. Η βιοψία, μολονότι δεν είναι απαραίτητη, μπορεί να προσφέρει στοιχεία που αφορούν τον συνολικό αριθμό και την πυκνότητα των θυλάκων. Ο ορμονικός έλεγχος επιβάλλεται στις γυναίκες που παρουσιάζουν, πλην της αλωπεκίας, ακμή, σμηγματόρροια, δασυτριχισμό.

Ριζική θεραπεία για την ανδρογενετική αλωπεκία δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται, με αρκετή επιτυχία, σκευάσματα τοπικά και συστηματικά που έχουν την ικανότητα να αναστέλλουν την εκφυλιστική επίδραση των ανδρογόνων στους τριχικούς θυλάκους. Δυστυχώς όμως αρκετά από αυτά αντενδείκνυνται στους άνδρες. Έτσι η επιλογή της θεραπευτικής αγωγής θα πρέπει να γίνεται με βάση το φύλο, την ηλικία, αλλά και την έκταση της αλωπεκίας. Τα κυριότερα φάρμακα που χορηγούνται σήμερα είναι τα αντισυλληπτικά, τα αντιανδρογόνα, ενώ τα κορτικοστεροειδή, η μινοξιδίλη, η τρετινοϊνη και, τελευταία, η διαζοξίδη χρησιμοποιούνται σε τοπική εφαρμογή.

Ορισμένες βιταμίνες και θειούχα αμινοξέα (όπως κυστίνη, μεθειονίνη) φαίνεται ότι βελτιώνουν την ανδρογενετική αλωπεκία, χωρίς να υπεισέρχονται στην παθογένεια της.

Τα αντισυλληπτικά είναι οι σημαντικότεροι ανταγωνιστές των ανδρογόνων στην περιφέρεια, ενώ παράλληλα μειώνουν την παραγωγή τους από τις ωοθήκες. Έτσι η συνδυασμένη χορήγηση ενός οιστρογόνου και ενός προγεστερονοειδούς έχει αποδειχθεί ότι είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος θεραπείας. Τα οιστρογόνα μειώνουν την έκκριση της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και επομένως την παραγωγή τεστοστερόνης από τις ωοθήκες. Τα προγεστερονοειδή αναστέλλουν την δράση του ενζύμου 5α-αναγωγάση και επομένως την μετατροπή της τεστοστερόνης στην πολύ ισχυρή Διυδροτεστοστερόνη. Τα αντισυλληπτικά επιβραδύνουν την απώλεια των τριχών, χωρίς όμως να προκαλούν αξιόλογη ανάπτυξη νέων. Η τοπική εφαρμογή ορισμένων οιστρογονικών παραγώγων, όπως 17α-οιστραδιόλης και 17α-μεστρολόνης, έδωσαν ικανοποιητικά αποτελέσματα χωρίς να έχουν αναφερθεί συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. 

Τα αντιανδρογόνα είναι στερινοειδείς ουσίες που αναστέλλουν την βιολογική επίδραση των ανδρογόνων στα κύτταρα στόχους. Τα σημαντικότερα αντιανδρογόνα που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι η οξεική κυπροτερόνη, η σπιρονολακτόνη, η φιναστερίδη και, λιγότερο, η σιμετιδίνη.

Η οξεική κυπροτερόνη είναι ένα ισχυρό αντιανδρογόνο με κεντρική και περιφερική δράση. Καταστέλλει την έκκριση των γοναδοτροφίνων και επομένως μειώνει την βιοσύνθεση των ανδρογόνων στα επινεφρίδια και στις ωοθήκες.  

Η σπιρονολακτόνη είναι ένα ήπιο διουρητικό που ανταγωνίζεται την αλδοστερόνη και έχει αντιανδρογονικές ιδιότητες. Μειώνει την παραγωγή των ανδρογόνων, κυρίως από τις ωοθήκες, καθώς επίσης και την δραστηριότητα της 5α-αναγωγάσης. 

Η φιναστερίδη είναι ένας ισχυρός αναστολέας της 5α-αναγωγάσης τύπου 2 και φαίνεται να είναι πολύ αποτελεσματική στην θεραπεία της ανδρογενετικής αλωπεκίας, ενώ ουσιαστικά δεν επηρεάζει την σεξουαλικότητα του άνδρα. 

Τα τοπικά φάρμακα δεν είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικά. Συνήθως αναστέλλουν την εξέλιξη της αλωπεκίας στο διάστημα που χρησιμοποιούνται. Λοσιόν που περιέχουν μινοξιδίλη σε πυκνότητα 2% ή 5% έχουν ευεργετική επίδραση στο 30% των ανδρών και στο 50% των γυναικών. 

Ένα άλλο αντιυπερτασικό φάρμακο, η διαζοξίδη, φαίνεται να είναι πολύ αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της αλωπεκίας. Πρόσφατη μελέτη του Hashimoto αναφέρει ότι η τοπική εφαρμογή διαλύματος διαζοξίδης 3% επί 1 χρόνο, προκάλεσε επανέκφυση τριχών στο 48% ανδρών ηλικίας 20 έως 50 ετών. 

Η τρετινοϊνη, ένα συνθετικό παράγωγο της βιταμίνης Α, χρησιμοποιήθηκε τελευταία σε τοπικά διαλύματα (0,01% έως 0,025%) σε συνδυασμό με μινοξιδίλη. 

Τα κορτικοστεροειδή έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως από παλιά. Χρησιμοποιούνται και σήμερα με αρκετή επιτυχία, μόνα ή σε συνδυασμούς. Τα κορτικοειδή αυξάνουν την αναγενή φάση των τριχών και αναστέλλουν την πτώση τους.

Άλλες εναλλακτικές μέθοδοι στην θεραπεία της ανδρογενετικής αλωπεκίας είναι η διέγερση των τριχικών θυλάκων με ασθενές ηλεκτροστατικό πεδίο (energotrichogenesis). Πρόκειται για ενδιαφέρουσα μέθοδο, που ωστόσο η αποτελεσματικότητα της δεν έχει ακόμη αποδειχθεί πλήρως.

Από τα όσα αναφέρθηκαν φαίνεται ότι η προοπτική για την θεραπευτική αντιμετώπιση της αλωπεκίας έχει βελτιωθεί σημαντικά. Και βέβαια εκεί που η φαρμακευτική αγωγή αποτυγχάνει, η μικροχειρουργική με διάφορες τεχνικές μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση. Η μεταμόσχευση τριχών με αυτομοσχεύματα ή οι σμικρύνσεις του φαλακρού δέρματος (εκτομή της αλωπεκίας) είναι οι συχνότερες τεχνικές που δίδουν αισθητικώς αποδεκτά αποτελέσματα.

 

ΓΥΡΟΕΙΔΗΣ ΑΛΩΠΕΚΙΑ

Η γυροειδής αλωπεκία είναι μια ιδιαίτερη μορφή τριχόπτωσης, η οποία δεν δημιουργεί ουλές και συνήθως θεραπεύεται. Εκδηλώνεται με μία ή περισσότερες στρογγυλές ή ωοειδείς, αποψιλωμένες (χωρίς τρίχες) πλάκες που εντοπίζονται στο τριχωτό της κεφαλής, στο γένειο ή σπανιότερα στο σώμα, στις μασχάλες και στα γεννητικά όργανα.

Η γυροειδής αλωπεκία δεν προκαλεί συμπτώματα και δεν είναι μεταδοτική. Προσβάλλει όλες τις ηλικίες, συχνότερα όμως τα παιδιά και τους νέους ενήλικες, δηλαδή ηλικίες 5-45 ετών. Είναι σχετικά συχνή νόσος καθώς ένα τουλάχιστον επεισόδιο γυροειδούς αλωπεκίας παρουσιάζει  περίπου 1 στα εκατό άτομα. Εκδηλώνεται με την ίδια αναλογία σε άνδρες και γυναίκες. Ίαση επέρχεται (επανεκφύονται οι τρίχες) στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών (85%).

Η αιτιοπαθογένεια της γυροειδούς αλωπεκίας δεν είναι απολύτως εξακριβωμένη. Θεωρείται πολυαιτιολογικό νόσημα, στην παθογένεια του οποίου συμβάλλουν πολλοί παράγοντες όπως: 

  1. Κληρονομικότητα: ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών αναφέρει ιστορικό της νόσου και σε άλλα μέλη της οικογενείας του. Επίσης διαπιστώνεται συσχέτιση με συγκεκριμένα αντιγόνα ιστοσυμβατότητας του HLA συστήματος 
  2. Αλλεργική προδιάθεση που επηρεάζει αρνητικά την πρόγνωση και την πορεία της νόσου, ιδιαίτερα στα παιδιά.
  3. Ψυχολογικοί παράγοντες: το έντονο stress, ο φόβος, η ασφάλεια, η απώλεια αγαπημένου προσώπου μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την εμφάνιση της γυροειδούς αλωπεκίας.
  4. Ανοσολογικές διαταραχές (διαταραχές της άμυνα του οργανισμού): θεωρούνται σήμερα οι περισσότερο υπεύθυνες για την εμφάνιση της νόσου, η οποία ως εκ τούτου εντάσσεται στα αυτοάνοσα νοσήματα. Αυτό αποδεικνύεται από τη συχνή συνύπαρξη της γυροειδούς αλωπεκίας με λεύκη, θυρεοειδοπάθειες, ελκώδη κολίτιδα, νεανικό σακχαρώδη διαβήτη, σύνδρομο οικογενούς πολυενδροκρινοπάθειας κλπ και από την ευνοϊκή επίδραση που έχουν οι ανοσοτροποποιητικές θεραπείες.

Η γυροειδής αλωπεκία διακρίνεται αδρά σε 4 κλινικές μορφές:

  1. Κατά πλάκας. Είναι η πιο συνηθισμένη μορφή της γυροειδούς αλωπεκίας. Εμφανίζεται σε μία ή περισσότερες θέσεις και συνήθως υποχωρεί διάστημα σε 4-10 μηνών.
  2. Οφίαση ή οφιασιοειδής μορφή. Η μορφή αυτή αρχίζει χαμηλά στο πίσω μέρος του κεφαλιού και επεκτείνεται πλάγια προς τους κροτάφους. Είναι επίμονη και ανταποκρίνεται δύσκολα στη θεραπεία.
  3. Ολική. Συμβαίνει πλήρης πτώση των τριχών του τριχωτού της κεφαλής. Η μορφή αυτή παρατηρείται στο 5-10% των ασθενών. Είναι ιδιαίτερα ανθεκτική στη θεραπευτική αγωγή.
  4. Καθολική. Χαρακτηρίζεται από πλήρη απώλεια των τριχών κεφαλής και του σώματος.

Χαρακτηριστική είναι η παρουσία σπασμένων τριχών δίκην θαυμαστικού και η παρουσία βοθρίων στα νύχια. Δεν υπάρχουν συμπτώματα. Αν και η διαπίστωση είναι η αιφνίδια, η εγκατάσταση της αλωπεκίας είναι βαθμιαία εντός εβδομάδων ή μηνών. Η κατάσταση διαρκεί επί μήνες και μπορεί να ακολουθήσει αυτόματη επανέκφυση ή εμφάνιση νέων πλακών ή υποτροπή. 

Η πρόγνωση εξαρτάται από την ηλικία του ασθενούς, τη διάρκεια και την έκταση της νόσου. Γενικά, μπορεί να λεχθεί ότι η πρόγνωση είναι καλή στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών (85% περίπου), όπου έχουμε πλήρη επανέκφυση τριχών σε διάστημα 4-12 μηνών. Βαρύτερη είναι η πρόγνωση στα περιστατικά που εμφανίζουν τη νόσο σε πολύ μικρή ηλικία, όταν η διάρκεια της γυροειδούς αλωπεκίας είναι μεγαλύτερη από 5 έτη, όταν συνυπάρχουν άλλες νόσοι και όταν η έκταση αλωπεκίας είναι πολύ μεγάλη (οφίαση, ολική, καθολική).

Η διάγνωση τίθεται με τη κλινική εξέταση και το ιστορικό. Σπάνια μπορεί να χρειαστεί βιοψία. Διαφορική διάγνωση θα πρέπει να γίνει από μυκητίαση του τριχωτού της κεφαλής, δισκοειδή ερυθηματώδη λύκο, τριχοτιλλομανία, ομαλό λειχήνα,  δευτερογόνο σύφιλη, κ.α.

Η θεραπεία καθορίζεται από την έκταση της νόσου και από την ηλικία του ασθενούς. Σε περιορισμένες μορφές, η τοπική αγωγή με κορτικοειδή (πολύ ισχυρά, σε τοπική εφαρμογή ή με τοπικές διηθήσεις) ή ερεθιστικές ουσίες όπως ανθραλίνη, τρετινοϊνη, φαινόλη, συνήθως αποδίδει και έχουμε επανέκφυση τριχών μετά από διάστημα 8 περίπου εβδομάδων. ΄Ενα μικρότερο ποσοστό ασθενών (25%) απαντά αργότερα, μετά από 7-8 μήνες θεραπείας. 

Χορηγούνται επίσης φάρμακα που τροποποιούν τη συμπεριφορά του ανοσολογικού συστήματος, όπως η ισοπρινοσίνη, τα συστηματικά κορτικοστεροειδή, αλλά και η κυκλοσπορίνη, η οποία έδωσε πρόσκαιρα αποτελέσματα αφού σημειώθηκαν υποτροπές στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών 3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Σε ορισμένους ασθενείς έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία η ολόσωμη φωτοχημειοθεραπεία (PUVA), η οποία θεωρείται ότι δρά ανοσοκατασταλτικά.

Καλά αποτελέσματα έδωσε επίσης η χορήγηση ψευδαργύρου καθώς και η τοπική εφαρμογή διαλυμάτων μινοξιδίλης.

 

'Ομως πέραν της όποιας θεραπευτικής αγωγής θα επιλέξει ο ιατρός, οι ασθενείς με γυροειδή αλωπεκία χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη και ενίσχυση γιατί είναι πλέον γνωστό ότι ο ψυχολογικός παράγοντας επηρεάζει ουσιαστικά την πορεία και εξέλιξη της νόσου.

Σοφία Γεωργαλά

H Σοφία Γεωργαλά είναι, Καθηγήτρια Δερματολογίας Αφροδισιολόγος