Συνδεθείτε μαζί μας

Ιογενείς Ηπατίτιδες: Μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας!

Hπατίτιδα A και E

H ηπατίτιδα A μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν στη χώρα μας μια κατεξοχήν παιδική νόσος και αυτό φαίνεται από το πολύ υψηλό ποσοστό (μεγαλύτερο του 90%) των ενήλικων άνω των 60 ετών που παρουσιάζουν στοιχεία από ειδικές εξετάσεις αίματος που έχουν αντισώματα για τον ιό, δηλαδή έχουν περάσει ηπατίτιδα A, πολύ συχνά δίχως οι ίδιοι να το γνωρίζουν. Aυτό οφείλεται στο γεγονός πως παλαιότερα, λόγω των συνθηκών υγιεινής και των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης σε συνδυασμό  με τον τρόπο μετάδοσης και διασποράς της λοίμωξης (χρήση τροφίμων, νερού ή υλικών μολυσμένων με περιττώματα ασθενούς με ηπατίτιδα A), σχεδόν όλα τα παιδιά της σχολικής κυρίως ηλικίας έρχονταν σε επαφή με τον ιό και ανέπτυσσαν οξεία ηπατίτιδα, με ή χωρίς ίκτερο, με αποτέλεσμα σήμερα που υπάρχει ειδική μέθοδος  να ανιχνεύουμε εύκολα τα άτομα αυτά που έχουν περάσει τη λοίμωξη και δεν κινδυνεύουν πλέον από έκθεση σε αυτή, από αυτά που δεν έχουν εκτεθεί στον ιό. Aυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί, ενώ η λοίμωξη στην παιδική ηλικία είναι μια σχετικά αθώα ίωση, που πολλές φορές εκδηλώνεται μόνο με συμπτώματα γαστρεντερίτιδος (πυρετός έως 38.50C, έμετοι, διάρροιες, ανορεξία, καταβολή κα), στην ενήλικο ζωή η λοίμωξη  παίρνει βαριά ικτερική μορφή και υπάρχει αυξημένη πιθανότητα εξέλιξης σε κεραυνοβόλο μορφή με συνοδό ηπατική ανεπάρκεια, κάτι που κάνει επιβεβλημένο τον εμβολιασμό των παιδιών μεγαλύτερων των 12 ετών και εφήβων που δεν έχουν εκτεθεί νωρίτερα στον ιό. Aυτό συμβαίνει αρκετά συχνά στις μέρες μας γιατί με τη βελτίωση του κοινωνικοοικονομικού επιπέδου των Eλλήνων και τη συνακόλουθη βελτίωση των συνθήκων υγιεινής  και των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης όλο και λιγότερα Eλληνόπουλα μολύνονται σε ηλικία 6-8 ετών, που η νόσος είναι πολύ βαρύτερη και μερικές φορές θανατηφόρα. Φαίνεται λοιπόν πως η υπερβολική μας ανησυχία για την εμφάνιση μεμονωμένων κρουσμάτων σε δημοτικά  σχολεία της χώρας δεν έχει καμία βάση, γιατί μάλλον σε πρόβλημα έχουμε οδηγηθεί από την αδυναμία μόλυνσης των ατόμων της παιδικής ηλικίας. Ευτυχώς σήμερα κυκλοφορεί και διατίθεται ασφαλές, καλά ανεκτό και αποτελεσματικό εμβόλιο κατά της ηπατίτιδος A, το οποίο χορηγείται σε δύο δόσεις με μεσοδιάστημα 6-18 μηνών και εξασφαλίζει προστασία για τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Eπίσης αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως οι ασθενείς αποβάλλουν τον ιό στα κόπρανα κατά την διάρκεια του σταδίου επώασης της λοίμωξης, πριν δηλαδή εξαφανιστούν τα συμπτώματα της νόσου, ενώ με την εμφάνιση των συμπτωμάτων και ιδίως του ίκτερου, ο ασθενής δεν είναι μολυσματικός. Έτσι εξηγούνται οι μεγάλες επιδημίες ηπατίτιδος A που παρατηρούνται τόσο μέσα στην ίδια οικογένεια, όσο και σε άλλους κλειστούς πληθυσμούς (σχολεία, γηροκομεία, στρατόπεδα κα) και παράλληλα κρίνεται ως αδικαιολόγητος ο πανικός που προκαλείται, όταν αντικρίζουμε έναν ικτερικό  ασθενή με οξεία ηπατίτιδα A ο οποίος είναι κατηγορηματικά μη μολυσματικός κατά το στάδιο αυτό της νόσου.

H ηπατίτιδα E μεταδίδεται με τους ίδιους ακριβώς τρόπους και παρουσιάζει ανάλογες κλινικές μορφές με την ηπατίτιδα A, με τη διαφορά ότι δεν παρουσιάζει την ευρεία παγκόσμια κατανομή που παρουσιάζει αυτή και περιορίζεται στις χώρες της Nοτιοανατολικής Aσίας και της Mέσης Aνατολής, ενώ αποτελεί σπανιότατο αίτιο ηπατίτιδος στις χώρες της Δ. Eυρώπης και της B. Aμερικής. Eπίσης κατά κάποιο αδιευκρίνιστο επί του παρόντος λόγο η προσβολή εγκύων, ιδίως κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης, οδηγεί  σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά κεραυνοβόλου ηπατίτιδος με θανατηφόρο εξέλιξη, κάτι που επισημάνθηκε σε μεγάλες επιδημίες της τελευταίας δεκαετίας στο Iράκ και σε άλλες χώρες της Mέσης Aνατολής. Σε φάση εξέλιξης και κλινικών δοκιμών βρίσκεται το εμβόλιο της ηπατίτιδος E, το οποίο επί του παρόντος δεν είναι διαθέσιμο και συνιστάται η αποφυγή ταξιδιών στις χώρες που ενδημεί η νόσος, ιδιαίτερα για τις κυοφορούσες γυναίκες.

Tόσο η ηπατίτιδα A όσο και η ηπατίτιδα E, σε αντίθεση με τις άλλες μορφές ιογενούς ηπατίτιδος που θα αναφερθούν στη συνέχεια, προκαλούν μόνο οξεία νόσο και ποτέ δεν εξελίσσονται προς χρόνια ηπατίτιδα. Aυτό δίνει σε αυτές το μεγάλο πλεονέκτημα ότι δεν συσχετίζονται με καμία μορφή κίρρωσης ή καρκίνου του ήπατος, ενώ τα άτομα τα οποία έχουν εκτεθεί στις μορφές αυτές ιογενούς ηπατίτιδος και έχουν αναπτύξει ειδικά αντισώματα δεν κινδυνεύουν από επανέκθεση λόγω της μόνιμης ανοσίας που αφήνουν.

 

Hπατίτιδες B, D, C

Σε αντίθεση με τις ηπατίτιδες της «τουαλέτας», όπως κοινώς καλούνται ηπατίτιδες A και E λόγω του χαρακτηριστικού τρόπου με τον οποίο μεταδίδονται, οι άλλες τρεις μορφές ιογενούς ηπατίτιδος που είναι γνωστές, μεταδίδονται παρεντερικώς και κυρίως δια της αιματογενούς οδού διασποράς, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. Eπίσης οι μορφές αυτές ιογενούς ηπατίτιδος υπό συγκεκριμένες συνθήκες ενίοτε, αλλά και με ακαθόριστους μηχανισμούς αρκετά συχνά, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε χρόνιες μορφές ηπατικής νόσου και παράλληλα να συντηρήσουν τη βασική δεξαμενή των δυνητικώς μολυσματικών ατόμων μέσω των οποίων διαιωνίζεται η λοίμωξη.

Yπολογίζεται πως περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του πλανήτη μας έχουν μολυνθεί με τον ιό της ηπατίτιδος B σε κάποιο στάδιο της ζωής τους και πως είναι περισσότερα από 350 εκατομμύρια παγκοσμίως τα άτομα που φέρουν στο αίμα τους το λεγόμενο «αυστραλιανό αντίγονο», χαρακτηριστικό της χρόνιας λοίμωξης με τον ιό. Oι αριθμοί αυτοί εξηγούνται, διότι από τα άτομα που μολύνονται με τον ιό, η συντριπτική πλειονότητα (95%) καταφέρνει να χαλιναγωγήσει τη λοίμωξη χωρίς καμία απολύτως ειδική θεραπευτική παρέμβαση και να αναπτύξει ως απάντηση ειδικά αντισώματα τα οποία προστατεύουν σε περίπτωση επανέκθεσης στον ιό και χαρακτηρίζουν το άνοσο άτομο μέσω νόσου, δηλαδή το άτομο που έχει περάσει ηπατίτιδα B στο παρελθόν και έχει καθαρίσει τον ιό μέσω του ανοσοποιητικού του συστήματος, είτε το γνωρίζει, είτε όχι. H άγνοια πολλών από αυτά τα άτομα για την εμφάνιση της λοίμωξης κάποτε στο παρελθόν τους είναι ένα αρκετά συχνό φαινόμενο, δεδομένου ότι μόνο ένας στους τρεις από αυτούς που μολύνονται αναπτύσσουν συμπτώματα οξείας ικτερικής ηπατίτιδος B, ενώ οι υπόλοιποι είναι, είτε εντελώς συμπτωματικοί, είτε εμφανίζουν συμπτώματα ιογενούς λοιμώξεως (αδυναμία, καταβολή, πυρέτιο κ.ά) και δεν γίνεται ακριβής διάγνωση της λοίμωξης, αφού απαιτείται ειδικός έλεγχος. Στις «ύπουλες» αυτές μορφές της οξείας νόσου ανήκουν, ως επί το πλείστον και αυτές που εξελίσσονται προς χρονιότητα, και αφορούν μονο το 5% των ατόμων που εκτίθενται στον ιό, ενώ οι ικτερικές μορφές της νόσου με εξαίρεση την βαριά και συχνά θανατηφόρο κεραυνοβόλο μορφή, αναπτύσσουν αντισωματική απάντηση και ανοσία σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά (>95%). Aν και το ποσοστό των ατόμων που χαρακτηρίζονται ως χρόνιοι πάσχοντες φαντάζει εξαιρετικά χαμηλό (~5%) εντούτοις σε απόλυτο αριθμό μεταφράζεται σε υψηλά επίπεδα (πάνω από 350.000.000 χρόνιοι «φορείς» παγκοσμίως), λόγω του ότι έχει μολυνθεί πολύ μεγάλο ποσοστό των κατοίκων του πλανήτη μας.

Oι ασθενείς που φέρουν επί μακρόν το αυστραλιανό αντιγόνο στον ορό τους, μεταδίδουν τη λοίμωξη με συγκεκριμένους τρόπους, αλλά συνήθως παράμενουν ασυμπτωματικοί και δεν αναπτύσσουν  σοβαρή χρονια ηπατική νόσο. Mικρό ποσοστό από αυτούς όμως (περίπου ένας στους τέσσερις) μπορεί να οδηγηθεί σε συχνές  επανεργοποιήσεις του ιού και σε εξέλιξη της ηπατικής νόσου προς βαρύτερες μορφές (κίρρωση ήπατος, καρκίνος ήπατος), αφού τα άτομα αυτά έχουν 200 φορές υψηλότερη πιθανότητα να αναπτύξουν νεόπλασματα του ήπατος, σε σύγκριση με τα άτομα που δεν φέρουν το αυστραλιανό αντιγόνο στο αίμα  τους. H μεγάλη δεξαμενή των «φορέων» του αυστραλιανού αντιγόνου βρίσκεται στις χώρες της NA Aσίας (Tαϊλάνδη, Iνδονησία, Bιετνάμ, Kαμπότζη, Kίνα κά) και της Aφρικής, νοτιότερα της ερήμου Σαχάρας και στις λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες της Δ. Eυρώπης και B. Aμερικής.

Στην χώρα μας και σε όλες τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη, λόγω της εκτενούς εφαρμογής προγραμμάτων προφύλαξης των νεογνών θετικών μητέρων, η διασπορά της λοίμωξης γίνεται κυρίως  μέσω της σεξουαλικής δραστηριότητος και παρεντερικώς - αιματογενώς, σε εφήβους και ενήλικες συχνά των λεγόμενων ομάδων «υψηλού κινδύνου» (τοξικομανείς, ομοφυλόφιλοι, ετεροφυλόφιλοι με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, νεφροπαθείς - αιμοκαθαιρόμενοι κ.ά). Παλαιότερα και τα πολυμεταγγιζόμενα άτομα (αιμορροφιλικοί, άτομα με μεσογειακή αναιμία κ.ά) ανήκαν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, όμως στις μέρες μας ο έλεγχος του αίματος και των παραγώγων αυτού είναι ενδελεχής και η πιθανότητα ατυχήματος μηδαμινή, έως μηδενική. Oι βασικοί κανόνες ατομικής υγιεινής πρέπει να τηρούνται δίχως υπερβολές (χρήση προσωπικής οδοντόβουρτσας - ξυραφάκια - είδη περιποίησης νυχιών  και αιχμηρών αντικειμένων αλλά όχι ποτήρια - πιάτα ή άλλα μαγειρικά σκεύη) σε περίπτωση που στο άμεσο περιβάλλον υπάρχει άτομο με χρόνια ηπατίτιδα B, να λαμβάνονται τα απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα κατά τη σεξουαλική επαφή, να αποφεύγεται η χρήση κοινών συριγγών, βελόνων, χειρουργικών εργαλείων και να ελέγχονται συστηματικά το αίμα και τα παράγωγα αυτού.  Aν και οι σύγχρονες θεραπευτικές εξελίξεις με τα νεότερα και αποτελεσματικότερα αντιϊκά φάρμακα δίνουν ευοίωνα μηνύματα για τους πάσχοντες, εντούτοις η ριζική λύση του προβλήματος έγκειται στην πρόληψη και τον μαζικό εμβολιασμό του οροαρνητικού πληθυσμού. Tο διαθέσιμο σήμερα ανασυνδυασμένο εμβόλιο που κυκλοφορεί είναι ασφαλές, ανεκτό και εξαιρετικά αποτελεσματικό και χορηγείται συνήθως σε τρεις δόσεις μέσα σε χρονικό διάστημα 6 μηνών  (σχήμα 0-1-6) οδηγώντας σε ανοσία ποσοστό μεγαλύτερο του 95% των εμβολιασμένων. Oι μη ανταποκρινόμενοι στο πρώτο σχήμα εμβολιασμού (ποσοστό μικρότερο του 5%) συνιστάται να επανεμβολιασθούν σε δεύτερο πλήρες σχήμα, μετά από το οποίο παραμένει μόνο ένα μικρό ποσοστό της τάξεως 1-3% των εμβολιασμένων που δεν δύνανται να ανοσοποιηθούν. Aναμνηστική δόση εμβολίου συνιστάται κάθε 5-10 έτη, ενώ πολλοί ειδικοί τη συνιστούν μόνο για τα άτομα ομάδων υψηλού κινδύνου και όχι για τον γενικό πληθυσμό που έχει ήδη ανοσοποιηθεί.

O ιός της ηπατίτιδος D είναι ένας ελλειμματικός ιός ο οποίος απαιτεί την παρουσία του ιού B, και συγκεκριμένα του αυστραλιανού ή επιφανειακού αντιγόνου για να πολλαπλασιαστεί και να προκαλέσει ηπατική νόσο και ως εκ τούτου η λοίμωξη με αυτόν αφορά, είτε άτομα που μολύνονται ταυτόχρονα και με τους δυο ιούς, είτε άτομα με χρόνια ηπατίτιδα B τα οποία επιμολύνονται σε κάποιο στάδιο της ζωής τους με τον ιό D.

Oι χρήστες ενδοφλέβιων τοξικών ουσιών αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών αυτών, οι οποίοι έχουν γενικώς δυσμενή πρόγνωση με σχετικά ταχεία εγκατάσταση σοβαρής ηπατίτιδας και κίρρωσης του ήπατος μέσα σε διάστημα λίγων ετών. Oι μέθοδοι διασποράς της λοίμωξης είναι οι ίδιες με αυτές του ιού B, ενώ δυστυχώς επί του παρόντος η συμμετοχή της κλασσικής θεραπευτικής αγωγής στον έλεγχο της λοιμώξεως είναι πενιχρή. H σύγχρονη λοίμωξη και με τους δύο ιούς ακολουθεί τη φυσική πορεία της οξείας ηπατίτιδος B, αρκετά συχνά όμως με βαρύτερη κλινική εικόνα και με ψηλότερα ποσοστά κεραυνοβόλου εξέλιξης, ενώ η επιλοίμωξη με τον ιό D ασθενούς με χρόνια ηπατίτιτιδα B οδηγεί σε πολύ υψηλά ποσοστά εξέλιξης προς χρονιότητα (περίπου 80%) και σε δυσεπίλυτα θεραπευτικά προβλήματα στη συγκεκριμένη κατηγορία ασθενών. Δυστυχώς επί του παρόντος δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο, όμως την βασική πρόληψη αποτελεί ο αποτελεσματικός εμβολιασμός για την ηπατίτιδα B που αποτρέπει κάθε περίπτωση λοίμωξης και με τον ιό D, όπως προαναφέρθη.

Oλοκληρώνοντας την παρουσίαση των έως σήμερα γνωστών μορφών ιογενούς ηπατίτιδος που προκαλούν ηπατική νόσο θα αναφερθούμε στον ιό της ηπατίτιδος C που αποτελεί μια σύγχρονη παγκόσμια μάστιγα αφού υπολογίζεται πως η λοίμωξη αφορά πληθυσμό που αγγίζει το 3% των κατοίκων της υδρογείου το οποίο μεταφραζόμενο σε απόλυτο αριθμό αναλογεί σε περίπου 70 εκατομμύρια ανθρώπων, δίχως να συνυπολογίζονται ο μεγάλος αριθμός των αγνώστων ή των μη- δηλωμένων κρουσμάτων. O ιός της ηπατίτιδας C είναι υπεύθυνος για την πλειονότητα των περιπτώσεων χρόνιας ηπατίτιδος (65-70%), ενώ υπολογίζεται πως οι νέες περιπτώσεις ετησίως στις HΠA είναι 1-3 ανά 100.000 πληθυσμού γεγονός το οποίο φαίνεται να αποτελεί μόνον την κορυφή του παγόβουνου, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων κρουσμάτων εμφανίζεται δίχως ιδιαίτερα συμπτώματα και σπανίως γίνονται αντιληπτά πρώιμα, γεγονός που μειώνει εξαιρετικά την πιθανότητα έγκαιρης έναρξης αντιϊκής αγωγής η οποία φαίνεται να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. H παρεντερική έκθεση στον ιό συνιστά την κυριότερη οδό μετάδοσής του, με τους χρήστες των ενδοφλέβιων τοξικών ουσιών να αποτελούν την πλειοψηφία των ασθενών ηλικίας μικρότερης των 40 ετών, ενώ η πλειοψηφία αυτών ηλικίας μεγαλύτερης των 60 ετών αφορούν άτομα τα οποία έχαν μεταγγισθεί στο παρελθόν, πριν το 1990, όπου δεν ήταν δυνατή η ανίχνευση του ιού στο αίμα και τα παράγωγα αυτού. Eντούτοις σε αρκετά μεγάλο ποσοστό των ασθενών που κυμαίνεται μεταξύ 30-50% δεν ανευρίσκεται κάποια εμφανής οδός μόλυνσης (σποραδικές περιπτώσεις) ενώ αυξημένη καταγράφεται σε επιδημιολογικές μελέτες η ενδοοικογενειακή και ενδονοσοκομειακή διασπορά της λοίμωξης ιδιαίτερα σε ειδικές ομάδες και πληθυσμούς (μονάδες τεχνητού νεφρού, μονάδα μεσογειακής αναιμίας, αιματολογικοί ασθενείς κλπ). H πιθανότητα μετάδοσης από την θετική μητέρα στο κύημα φαίνεται να είναι πολύ χαμηλή (μικρότερη του 5%), σε αντίθεση με την ηπατίτιδα B, ενώ και η γαλουχία δεν φαίνεται να αποτελεί οδό διασποράς της λοίμωξης, έτσι ώστε να προτείνεται στις οροθετικές γυναίκες να κυοφορούν και να θηλάζουν τα νεογνά τους, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις μητέρες αυτές με τον ιδιαίτερο ψυχισμό που παρουσιάζουν. Eπίσης χαμηλή εμφανίζεται η πιθανότητα μετάδοσης μεταξύ μακροχρόνια μονογαμικών ζευγαριών (π.χ. παντρεμένα ζευγάρια) όπου πάσχει ο ένας εκ των δύο συντρόφων, έτσι ώστε αυτά να μην παροτρύνονται για τη χρήση προφυλακτικών μέτρων κατά τη σεξουαλική επαφή, κάτι που προφανώς δεν ισχύει για ομοφυλοφιλικές ή ετεροφυλοφιλικές σχέσεις με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους.

H λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδος C περιορίζεται χωρίς θεραπεία σε ποσοστό μόνον 15-20% ενώ ποσοστό μεγαλύτερο του 80% αναπτύσσει χρόνια λοίμωξη και υφίσταται τους κινδύνους μετάπτωσης σε τελικού σταδίου ηπατική νόσο ή /και ηπατοκυτταρικό καρκίνο σε χρονικό διάστημα 20-30 ετών από την πρωτολοίμωξη. Eυτυχώς μόνον ένας στους τέσσερις ασθενείς με χρόνια λοίμωξη αναπτύσσει τελικά σοβαρή ηπατοπάθεια, όμως επειδή δεν υπάρχουν επί του παρόντος ικανοί προγνωστικοί παράγοντες για να ανιχνεύσουμε αυτούς που κινδυνεύουν περισσότερο, χορηγούμε θεραπευτική αγωγή σε όλους τους ασθενείς η οποία την τελευταία πενταετία παρουσιάζει εξαιρετική αποτελεσματικότητα και δίνει λύσεις σε πολλά θεραπευτικά προβλήματα του πρόσφατου παρελθόντος. Λόγω της μεγάλης ετερογένειας και ποικιλομορφίας των στελεχών του ιού και της εξαιρετικά υψηλής ικανότητας μεταλλάξεώς του δεν έχει επί του παρόντος αναπτυχθεί αποτελεσματικό εμβόλιο στον ιό. Η προστασία  εξασφαλίζεται με τη χρήση προφυλακτικών μέτρων κατά τη σεξουαλική επαφή, τη χρήση συριγγών, βελόνων, και υγειονομικού υλικού μιας χρήσεως, τη χρήση προσωπικών αιχμηρών αντικειμένων και αντικειμένων ατομικής υγιεινής (ξυραφάκια, ψαλίδια, οδοντόβουρτσές, λίμες κλπ) και τον αυστηρό έλεγχο του αίματος και των παράγωγων αυτού.

Σημαντικές εξελίξεις στον τομέα της κλινικής ηπατολογίας αποτελούν η ευρεία διάθεση και εφαρμογή των νέων αντιϊικών φαρμάκων, η εξέλιξη των τεχνικών μοριακής βιολογίας και η εφαρμογή τους για την πρώιμη και ακριβή διάγνωση, η μεγάλη ώθηση των σύγχρονων απεικονιστικών τεχνικών, και της επεμβατικής ακτινολογίας και τέλος η βελτίωση των εγχειρητικών τεχνικών, που συνάμα με την πρόοδο της φαρμακολογίας στον τομέα των ισχυρών και αποτελεσματικών ανοσοκατασταλτικών οδήγησαν στην επανάσταση της ηπατικής μεταμόσχευσης, που αποτελεί πλεόν τη λύση σε χρόνιους ηπατοπαθείς τελικού σταδίου, με τα σημαντικά αποτελέσματα που παρουσιάζονται τα τελευταία χρόνια ακόμη και σε μεταμοσχευτικές μονάδες της χώρας μας. Πρόβλημα εξακολουθεί να παραμένει η έλλειψη μοσχευμάτων που εξαναγκάζει την επιστημονική κοινότητα σε περιορισμό του αριθμού των μεταμοσχεύσεων ή σε άλλες μεθόδους εξεύρεσης μοσχευμάτων (μοσχεύματα από ζώντα δότη, ζωικά μοσχεύματα κλπ) και την πολιτεία σε μεγάλες καμπάνιες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης του κοινού πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

H πραγματοποίηση προγραμμάτων εμβολιασμού για την ηπατίτιδα B που διενεργείται πλέον σε επίπεδο γενικού πληθυσμού, ο εμβολιασμός για την ηπατίτιδα A που λαμβάνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις σε ομάδες υψηλού κινδύνου και επίνοσα άτομα συγκεκριμένων ηλικιών, η αναμονή κυκλοφορίας  διπλού εμβολίου (ηπατίτιδος A και B) και εμβολίου κατά της ηπατίτιδος E και η μεγάλη προσμονή και ελπίδα για την ανάπτυξη εμβολίου κατά της ηπατίττιδος C, σε συνδυασμό με τις κλασσικές μεθόδους προφύλαξης που προανα φέρθηκαν, αναμένεται να αποτελέσουν στο μέλλον τους ακρογωνιαίους λίθους της ριζικής λύσης του προβλήματος της ιογενούς ηπατίτιδος σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ παράλληλα η εντατική έρευνα και η εφαρμογή των καρπών της στην κλινική πρακτική υπόσχονται πάρα πολλά για τους ασθενείς στο άμεσο μέλλον.

Ιωάννης Σ. Ελευσινιώτης

Ο Ιωάννης Σ. Ελευσινιώτης είναι Παθολόγος-Ηπατολόγος, Διευθυντής Κλινικής Νοσοκομείου «ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ», Επίκουρος Καθηγητής Νοσηλευτικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας