Συνδεθείτε μαζί μας

Αλλεργίες: Πιο επικίνδυνες την Άνοιξη

Οι  αλλεργικές παθήσεις εΙναι συχνό φαινόμενο, ιδιαΙτερα στις δυτικού τύπου κοινωνΙες, στις οποΙες έχει παρατηρηθεΙ σημαντική αύξηση στα τελευταΙα 20-30 χρόνια. Πρόκειται για τις πιο συχνές χρόνιες διαταραχές, αφού προσβάλλουν έως και το 1/3 του πληθυσμού και ευθύνονται για σημαντική απώλεια παραγωγικού χρόνου (εργατο-ώρες ή σχολικές ώρες) και για τεράστιες δαπάνες, που βαρύνουν τα ασφαλιστικά ταμεΙα, αλλά και τον προϋπολογισμό της οικογένειας. Τέλος, επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής εκατομμυρΙων πασχόντων και των οικογενειών τους.

Πολλοί παράγοντες, όπως αλλαγές στο περιβάλλον -ανθρώπινο (πυρηνική οικογένεια), ενδοοικιακό και ατμοσφαίρας,- αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες ιδιαίτερα των νεαρών ατόμων, τροποποίηση των φυσικών τους δραστηριοτήτων (περιορισμός σωματικής άσκησης), εμβολιασμοί και έλεγχος των λοιμώξεων, κ.ά., φαίνεται ότι συμβάλλουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, στη εκδήλωση αλλεργικών παθήσεων σε άτομα με γενετική προδιάθεση.

Επί πλέον η παγκοσμιοποίηση και εύκολη μετακίνηση πληθυσμών, η μαζική βιομηχανική επεξεργασία και μεταφορά αγαθών έχουν οδηγήσει στην εμφάνιση αλλεργίας από αίτια, που ήταν άγνωστα στο παρελθόν ή περιορίζονταν σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς χώρους.  

Για παράδειγμα, η αλλεργία στο λάστιχο (latex) ή σε ορισμένα πρόσθετα τροφίμων και φαρμάκων, έχουν αναδειχθεί σε μείζονα προβλήματα τα τελευταία χρόνια, ενώ το φυτό Αμβροσία (Ragweed) με την έντονα αλλεργιογόνο γύρη του, που περιοριζόταν αποκλειστικά στη βόρειο Αμερική, έχει μεταφερθεί τα τελευταία χρόνια στη γηραιά ήπειρο και άρχισε ήδη να προκαλεί προβλήματα στους κατοίκους της κεντρικής και βορείου Ευρώπης.

 

Ανοσοπαθολογία των αλλεργικών νοσημάτων

Οι αλλεργικές αντιδράσεις διακρίνονται σε  4 κατηγορίες (Ι-ΙV), σύμφωνα με την κατάταξη των Coombs και Gell, στην οποία λαμβάνεται υπ' όψη ο τύπος αντισωματικής ή κυτταρικής υπερευαισθησίας, που τις προκαλεί.  

Οι πιο συχνές είναι οι τύπου Ι, αμέσου υπερευαισθησίας,αναφυλακτικές ή ατοπικές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από αυξημένη παραγωγή ειδικής για κάθε αλλεργιογόνο ανοσοσφαιρίνης Ε (ΙgE). Τα ειδικά IgE αντισώματα αναγνωρίζουν μόνο και  αντιδρούν με το αλλεργιογόνο το οποίο διήγειρε την παραγωγή τους ή άλλες ουσίες χημικά συγγενείς με το αλλεργιογόνο (διασταυρούμενη ευαισθησία). Οι ατοπικοί ασθενείς έχουν περίπου 10 φορές περισσότερη IgE από τον γενικό πληθυσμό. Τα αντισώματα αυτά, που κυκλοφορούν στο πλάσμα του αίματος, συνδέονται με ειδικούς υποδοχείς στην επιφάνεια των βασεοφίλων λευκοκυττάρων  ή των σιτευτικών κυττάρων (μαστοκυττάρων, mast cells) στους ιστούς. O αριθμός των μορίων ΙgE, που μπορεί να συνδεθεί επάνω στην επιφάνεια ενός και μονον σιτευτικού κυττάρου ή βασεοφίλου, ανέρχεται σε δεκάδες χιλιάδων ή/και εκατοντάδες, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα αναγνώρισης πολλών αλλεργιογόνων και αντίδρασης με αυτά.   

Τα  μαστοκύτταρα βρίσκονται διάσπαρτα όπου υπάρχει συνδετικός ιστός, δηλ. σε όλα τα όργανα, ακόμη και στην καρδιά· αφθονούν, όμως, στον συνδετικό ιστό των βλεννογόνων και του δέρματος, δηλαδή ιστών και οργάνων που έρχονται σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον κι επομένως με ξένες αντιγονικές ουσίες (αλλεργιογόνα).

 

Πίνακας 1: Καταταξη αντιδρασεων υπερευαισθησιας κατα Coombs και Gell

 

 

Τύπος αντίδρασης Aναφυλακτική ή τύπου Ι (ατοπική)

Μεσολάβηση

ΙgE-αντισώματα

Παραδείγματα κλινικής νόσου: Αλλεργική ρινίτις, αλλεργικό ασθμα, οξεία κνιδωση, συστηματική αναφυλαξία

Τύπου ΙΙ  ή Κυτταροτοξική

gG, IgM αντισώματα

Αιμολυτική αναιμία ή θρομβοπενία ως αντίδραση υπερευαισθησίας σε  φάρμακα

Tύπου ΙΙΙ ή από Ανοσοσυμπλέγματα

ΙgG, IgM αντισώματα

συμπλήρωμα

Ορονοσία, λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτις υπερευαισθησίας

Τύπου ΙV ή Επιβραδυνόμενη υπερευαισθησία

Τ-λεμφοκύτταρα

 (κυτταροκίνες)

Δερματίτις από επαφή Κοκκιώματα από υπερευαισθησία

Μικτού τύπου

ΙgG αντισώματα

Τ-λεμφοκύτταρα 

Εξωγενής αλλεργική κυψελιδίτις  

 

Η αναφυλακτική αντίδραση και φλεγμονή: κύτταρα και μεσολαβητές

Η αλλεργική αντίδραση αρχίζει όταν ένα αλλεργιογόνο συνδεθεί με  δύο τουλάχιστον παρακείμενα μόρια ειδικής ανοσοσφαιρίνης Ε στην επιφάνεια βασεοφίλων ή σιτευτικών κυττάρων. Η μέσω του αλλεργιογόνου και ΙgE μορίων γεφύρωση των υποδοχέων της ΙgΕ στην επιφάνεια του σιτευτικού ή βασεοφίλου κυττάρου, πυροδοτεί πολύπλοκες βιοχημικές διεργασίες στο εσωτερικό τους· έτσι ενεργοποιούνται τα κύτταρα αυτά και αποκοκκιώνονται απελευθερώνοντας ποικιλία χημικών ουσιών (μεσολαβητών) με βιολογική δράση σε παρακείμενους ιστούς και τελικό αποτέλεσμα την αλλεργική συμπτωματολογία. Ορισμένοι από αυτούς τους μεσολαβητές (χημειοτακτικοί παράγονες, χημειοκίνες) έχουν την ιδιότητα να προσελκύουν φλεγμονώδη κύτταρα (ηωσινόφιλα, βασεόφιλα, μονοπύρηνα) από την κυκλοφορία στο σημείο της αλλεργικής αντίδρασης. Και τα κύτταρα αυτά ενεργοποιούνται και απελευθερώνουν δευτερογενείς μεσολαβητές, που επαυξάνουν την αλλεργική αντίδραση και συμβάλλουν στη φλεγμονή ιστών και οργάνων. Η φλεγμονή, που προκαλείται κατ' αυτό τον τρόπο, ευθύνεται για την χρονιότητα των αλλεργικών συμπτωμάτων και αυξημένη ευαισθησία (υπεραπαντητικότητα) του πάσχοντος οργάνου σε επόμενη έκθεση του ατόμου στο αλλεργιογόνο ή σε ερεθιστικούς παράγοντες (ατμοσφαιρικοί ρύποι, καπνός, έντονες οσμές, άσκηση, κ.ά.). Για παράδειγμα άτομα, που πάσχουν από εποχιακή αναπνευστική αλλεργία, συχνά παραπονούνται ότι οι έντονες οσμές ή ο καπνός του τσιγάρου τους ενοχλούν, αλλά μόνον κατά την εποχή που η αλλεργική τους νόσος βρίσκεται σε έξαρση (στην Ελλάδα συνήθως την άνοιξη). Ο πιο γνωστός μεσολαβητής των αναφυλακτικών αντιδράσεων είναι η ισταμίνη.  

Μολονότι οι δράσεις της στους περισσότερους ιστούς θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την παρατηρούμενη αλλεργική συμπτωματολογία και άλλες μεσολαβητικές ουσίες (προσταγλανδίνες, λευκοτριένια, κινίνες, νευροπεπτίδια, διάφορα ένζυμα ή κυτταροκίνες, κ.ά.), που προϋπάρχουν αποθηκευμένες στα μαστοκύτταρα και βασεόφιλα ή σχηματίζονται εκ νέου κατά την αλλεργική αντίδραση, συμβάλλουν επίσης στην κλινική έκφραση της νόσου.

Οι πιο συχνές κλινικές εκδηλώσεις αντιδράσεων υπερευαισθησίας είναι η αλλεργική ρινίτις ("ρινική απόφραξη” ή "μπούκωμα", φταρνίσματα, φαγούρα, υπερέκκριση βλέννης), με ή χωρίς επιπεφυκίτιδα (δακρύρροια, ερεθισμός, οίδημα, κνησμός) και άσθμα με εποχιακή ή ολοετή κατανομή (βήχας δύσπνοια, αίσθημα σύσφιξης ή βράσιμο στο στήθος, συρίτουσσα αναπνοή) και η ατοπική δερματίτις (αλλεργικό εκζεμα). Πιο σπάνια δυνατόν να παρατηρηθούν γενικευμένες αντιδράσεις -συνήθως από τρόφιμα , φάρμακα ή δηλητήριο Υμενοπτέρων (σφήκας, μέλισσας)- που εκδηλώνονται ως οξεία κνίδωση/αγγειοοίδημα (κοκκινίλες που φαγουρίζουν, πετάλες ή φλούμπες) ή συστηματική αναφυλαξία. Στην περίπτωση της συστηματικής αναφυλαξίας, εάν η ευαισθησία του ατόμου είναι μεγάλη, η ποσότητα του αλλεργιογόνου σημαντική ή ακόμη αν η αντιμετώπιση δεν είναι η πρέπουσα, δυνατόν να προκληθεί μη αναστρέψιμη κυκλοφορική καταπληξία ή σοκ με μοιραία κατάληξη.  

Στις ανωτέρω κλινικές οντότητες μετέχει η ανοσοσφαιρίνη Ε. Σε άλλες αλλεργικές εκδηλώσεις, δεν μετέχει η ανοσοσφαιρίνη Ε, αλλά IgG ή IgM αντισώματα (κυτταροτοξικές, και από ανοσοσυμπλέγματα, τύπου II και III αντιδράσεις, αντίστοιχα) και τέλος ευαισθητοποιημένα Τ-λεμφοκύτταρα (επιβραδυνόμενη υπερευαισθησία, τύπου IV) ή ενίοτε συνδυασμός αυτών. Η ορονοσία, ορισμένες μορφές, αλλεργικής αγγειίτιδας και κνίδωσης, ένα μεγάλο φάσμα φαρμακευτικής αλλεργίας, η εξωγενής αλλεργική κυψελιδίτις, η δερματίτις από επαφή και άλλες λιγότερο συχνές  μορφές αλλεργίας αποτελούν παραδείγματα  τέτοιων αντιδράσεων. 

Τέλος ένα ευρύ φάσμα κλινικών οντοτήτων (π.χ. αντιδράσεις από ραδιοσκιαγραφικά ή ασπιρίνη, ορισμένα φυσικά ερεθίσματα, μεταθειώδη άλατα)  εμφανίζει εντυπωσιακή ομοιότητα με τις τυπικές αλλεργικές παθήσεις, χωρίς εντούτοις να καταδεικνύεται ανοσολογικός μηχανισμός (συμμετοχή αντισώματος ή Τ-λεμφοκυττάρου). Αυτές οι αντιδράσεις είναι γνωστές ως ψευδοαλλεργικές ή αλλεργοειδείς. Σε ορισμένες από αυτές παρατηρείται ενεργοποίηση και αποκοκκίωση του μαστοκυττάρου και βασεοφίλου αλλά χωρίς τη μεσολάβηση της IgE, άλλων αντισωμάτων ή Τ-λεμφοκυττάρων. Η διάκρισή τους σε αλλεργικές και αλλεργοειδείς έχει μόνον διαγνωστική σημασία και όχι θεραπευτική, αφού η αντιμετώπισή τους είναι συμπτωματική και περίπου η ίδια με τις πραγματικά αλλεργικές.

 

Κλινικές μορφές αλλεργίας: αίτια και αντιμετώπισή τους

Όπως προαναφέρθηκε η αλλεργία πολύ συχνά έχει ως στόχο το αναπνευστικό σύστημα, ανώτερο (ρινίτις) και κατώτερο (άσθμα). Η ρινίτις είναι η πιο συχνή αλλεργική νόσος, αφού προσβάλλει 15-20% του γενικού πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες, όπου ορισμένες ηλικιακές ομάδες (έφηβοι και νεαροί ενηλικες) εμφανίζουν ακόμη πιο συχνά το πρόβλημα αυτό (30% και 38% σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, αντίστοιχα).  Εισπνεόμενα αλλεργιογόνα (αεροαλλεργιογόνα), που αιωρούνται στον ατμοσφαιρικό αέρα, τον αέρα του ενδοοικιακού ή πιο σπάνια του εργασιακού περιβάλλοντος (επαγγελματική ρινίτις/ασθμα) ευθύνονται για την πυροδότηση της αλλεργικής αντίδρασης. Τα ίδια αλλεργιογόνα, που προκαλούν ρινίτιδα ευθύνονται και για την πρόκληση αλλεργικού άσθματος.  Στον πίνακα 2 αναγράφονται τα πιο συχνά αεροαλλεργιογόνα του Ελλαδικού χώρου, κατά κατηγορία.

Πίνακας 2:

Αεροαλλεργιογονα του Ελλαδικου χωρου

 

Ενδοοικιακού περιβάλλοντος      

Ατμοσφαιρικού αέρα     

Ακάρεα οικιακής σκόνης (Derm. pteronyssinus, farinae)

Γύρεις δέντρων: ελιάς, καρυδιάς, φουντουκιάς, βελανιδιάς, πλατάνου

Aκάρεα αποθηκευμένων προϊόντων (Acarus, Glycyphagus, Tyrophagus)

Γύρεις θάμνων: αρτεμισίας, (αψιθιάς) λιγοστρου, κ.ά.  

Επιθήλια-περιττώματα ζώων (γάτας, σκύλου, ποντικών)

Γύρεις Αγρωστωδών (αγριοσιτηρών) και Δημητριακών, κατσαρίδας, κ.ά.)

Σπόροι μυκήτων (μούχλας)

Γύρεις άλλων αγριόχορτων -Parietaria  ή Ελξινης η φαρμακευτική (κ. Παρθενούλι, αγριοβασιλικός, κ.ά)-Τσουκνίδας-Αγριόβλητων- Πεντάνευρου

Λάστιχο (latex): ελαστικά γάντια, υποδήματα

Σπόροι μυκήτων: Αlternaria,Cladosporium,  Basidiosporia, Chaetonium,κ.ά.

Ινες:  ζωϊκές, φυτικές, συνθετικές

 

Τροφές: ανθρώπων, ζώων (παπαγάλων κλπ)

 

 

Το άσθμα αποτελεί την πλέον σοβαρή μορφή αναπνευστικής αλλεργίας, αφού παρά την ανάπτυξη  πολλών αντιασθματικών φαρμάκων τις τελευταίες δεκαετίες, δεν φαίνεται να έχει μειωθεί η νοσηρότητα και θνησιμότητά της, τουλάχιστον στις δυτικές χώρες.

Η αντιμετώπιση των αλλεργικών παθήσεων του αναπνευστικού αρχίζει με τη σωστή αξιολόγηση των αλλεργιογόνων παραγόντων που τις προκαλούν. Ο αλλεργιολόγος έχει εκπαιδευτεί στην επιτέλεση ειδικών δοκιμασιών (στο δέρμα του πάσχοντος), που ανιχνεύουν το υπεύθυνο αίτιο. Πιο σημαντική από την σωστή επιτέλεση των δοκιμασιών αυτών είναι η αξιολόγησή τους. Κάθε δερματική δοκιμασία ,"που κοκκινίζει", δεν υποδηλώνει υποχρεωτικά και κλινικό πρόβλημα.  Απαιτείται πάντοτε συσχέτιση των θετικών δοκιμασιών με αεροβιολογικά δεδομένα -στα οποία έχει εκπαιδευτεί ο ειδικός αλλεργιολόγος- και με το ιστορικό του ασθενούς προκειμένου να αποφανθεί ορθολογικά για την κλινική σημασία των εργαστηριακών ευρημάτων. Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι αλλεργικές δοκιμασίες , στο δέρμα ή στο αίμα του ασθενούς, δεν είναι σαν άλλες εξετάσεις, όπως π.χ. η χοληστερίνη ή το σάκχαρο αίματος, που η αύξησή τους είναι πάντοτε παθολογική. Αυξημένη ΙgΕ μπορεί να οφείλεται σε αλλεργία, σε κάποια παρασίτωση, ανοσοανεπάρκεια, άλλη συστηματική νόσο ή απλά να είναι τυχαίο εύρημα χωρίς καμία κλινική επίπτωση. Και πάλιν ο αλλεργιολόγος -ως κλινικός ανοσολόγος από την εκπαίδευσή του- θα αποφανθεί για την αιτιολογία και την κλινική σημασία του συγκεκριμένου εργαστηριακού ευρήματος, χωρίς να ταλαιπωρήσει τον ασθενή ή να επιβαρύνει αδικαιολόγητα το ταμείο του με πολυδάπανες και χρονοβόρες εξετάσεις, 

Αφού λοιπόν εντοπισθεί το υπεύθυνο αλλεργιογόνο, εάν είναι εφικτή η αποφυγή του, επιβάλλεται να εφαρμοσθούν τα κατάλληλα μέτρα, πχ. απομάκρυνση της γάτας από το ενδοοικιακό περιβάλλον του ασθενούς· το ζώο μπορεί να παραμείνει στον περίγυρο της οικίας, αρκεί να μη εισέρχεται καθόλου στο εσωτερικό της. Σημειωτέον ότι μετά την απομάκρυνση της γάτας θα περάσουν 6 τουλάχιστον μήνες με τη συνήθως  εφαρμοζόμενη καθαριότητα για να εξαφανισθούν περίπου πλήρως τα αλλεργιογόνα της. Σε άλλες περιπτώσεις η πλήρης αποφυγή δεν είναι εφικτή (π.χ. αλλεργία στα ακάρεα της οικιακής σκόνης)· η λήψη μέτρων για τη μείωση του φορτίου των αλλεργιογόνων αποδίδουν ως ένα βαθμό. Ακόμη και όταν πρόκειται για αλλεργιογόνα του ατμοσφαιρικού αέρα (γύρεις, μύκητες), είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν κάποια μέτρα αποφυγής κατά περίπτωση (π.χ. δεν συνιστάται η επίσκεψη ελαιώνων τον μήνα της ανθοφορίας, Απρίλιο-Μάϊο) στους αλλεργικούς στη γύρη της ελιάς. Μπορούν, όμως, οι ασθενείς αυτοί να μετάσχουν άφοβα και με απόλυτη ασφάλεια στην συλλογή των καρπών του δέντρου, το φθινόπωρο.

Παράλληλα με τα ανωτέρω μέτρα ο θεράπων ιατρός -αξιολογώντας κάθε ασθενή ιδιαίτερα-και λαμβάνοντας υπ' όψη, όχι μόνον τη βαρύτητα και έκταση της νόσου, αλλά και ιδιάζοντα κοινωνικο-οικονομικά κριτήρια θα εφαρμόσει την ενδεικνυόμενη θεραπεία. Η θεραπευτική παρέμβαση περιλαμβάνει προληπτικά των αλλεργιών φάρμακα και συμπτωματική αγωγή.

 Η προληπτική θεραπεία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο στην αντιμετώπιση οποιουδήποτε ιατρικού προβλήματος και πρέπει -εφ' όσον υπάρχει- να δοκιμάζεται σε όλους ανεξαιρέτως τους ασθενείς. Στις περιπτώσεις αναπνευστικής αλλεργίας υπάρχουν αρκετά και ασφαλή φάρμακα, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προληπτικά, τουλάχιστον 2 εβδομάδες προ της αναμενόμενης έναρξης των συμπτωμάτων. Ταυτόχρονα προγραμματίζεται (συνταγογραφείται) και συμπτωματική θεραπεία, με σαφείς, γραπτές οδηγίες για την εφαρμογή της  με την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων, εάν δεν αρκέσει η προληπτική φαρμακευτική αγωγή. Σήμερα τα περισσότερα από τα φάρμακα, που ενδείκνυνται για τον έλεγχο των αναπνευστικών αλλεργικών παθήσεων, χορηγούνται τοπικά με ειδικές συσκευές που διευκολύνουν την εναπόθεση της δραστικής ουσίας στο πάσχον όργανο. Είναι ασφαλής και επιβεβλημένη η χρήση τους, αφού μειώνεται σημαντικά η δόση του χορηγούμενου φαρμάκου από mg σε μg (από χιλιοστά του γραμμαρίου σε χιλιοστά του χιλιοστού), περιορίζοντας έτσι και την πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από αυτό. 

Μια ειδική μορφή θεραπείας για την αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα είναι η ανοσοθεραπεία, γνωστή και ως απευαισθητοποίηση ή εμβόλια κατά της αλλεργίας. Αυτή η θεραπευτική παρέμβαση γίνεται με τη χορήγηση τυποποιημένων εμπορικών σκευασμάτων, που περιέχουν τις αλλεργιογόνες ουσίες στις οποίες είναι ευαίσθητος ο ασθενής. Χορηγούνται σε μικρές προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις, πάντοτε υπό την επίβλεψη του αλλεργιολόγου, ο οποίος είναι  ειδικά  εκπαιδευμένος στην αντιμετώπιση αναφυλακτικών αντιδράσεων, που δυνατόν να συμβούν σε οποιοδήποτε ασθενή, ιδιαίτερα όμως στους πολύ ευαίσθητους. Για να αποδώσει αυτή η μορφή θεραπευτικής αγωγής - που σημειωτέον είναι η μοναδική αιτιολογική και ριζική  θεραπεία- απαιτείται 1ον) η εφαρμογή αυστηρών κριτηρίων για την επιλογή των ασθενών και 2ον) η χορήγησή της σε υψηλες δόσεις (που είναι συνυφασμένες και με μεγαλύτερο κίνδυνο αναφυλακτικών αντιδράσεων) και για επαρκές χρονικό διάστημα, που καθορίζεται κατά περίπτωση.

Η ανοσοθεραπεία εφαρμόζεται επίσης και στις περιπτώσεις συστηματικής αναφυλαξίας μετά από νυγμό σφήκας ή μέλισσας. Η συστηματική αναφυλαξία είναι η  πιο άμεση και πιο δραματική έκφραση αλλεργικής αντίδρασης, αφού μέσα σε λίγα λεπτά μετά την έγχυση του αλλεργιογόνου δηλητηρίου (τροφίμου ή φαρμάκου, κ.ά.) μπορεί να προκληθεί πλήρης κυκλοφορική καταπληξία (σοκ).  Το αναφυλακτικό σοκ χαρακτηρίζεται υποχρεωτικά από σημαντική πτώση της αρτηριακής πίεσης, που μπορεί -εάν δεν αναστραφεί από τη φύση (ενδογενή έκκριση αδρεναλίνης και κορτιζόνης) ή την σωστή ιατρική παρέμβαση- να αποβεί μοιραίο για την ζωή του ατόμου, αφού δεν "ποτίζονται" με αίμα ζωτικά όργανα (εγκέφαλος, καρδιά, νεφροί, κ.ά.). 

Στις περιπτώσεις λοιπόν ασθενών που έχουν εμφανίσει γενικευμένες αντιδράσεις (όχι οίδημα, ερυθρότητα, φαγούρα ή πόνο γύρω από το σημείο του νυγμού, αλλά ανάλογα ενοχλήματα μακριά από το νυγμό, καθώς επίσης δυσκολία στην αναπνοή, βράσιμο στο στήθος, βράγχος φωνής, κοιλιακός πόνος, τάση για εμετό ή διάρροια, ζάλη, θολούρα στα μάτια, κ.α), επιβάλλεται η εφαρμογή ανοσοθεραπείας, μετά από ειδικό έλεγχο που γίνεται για την ακριβή ταυτοποίηση του υπεύθυνου εντόμου και για την εκτίμηση της εν γένει υγείας του υποψήφιου για ανοσοθεραπεία στο δηλητήριο Υμενοπτέρων. Η θεραπεία αυτή αποδίδει σχεδόν 100% και είναι η μοναδική, που προσφέρεται για την προστασία του ευαισθητοποιημένου ασθενούς.

Δυστυχώς αυτή την στιγμή δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις για την εφαρμογή ανοσοθεραπείας. Δεν έχει εφαρμοσθεί ακόμη κι’ επομένως δεν ενδείκνυται για  περιπτώσεις τροφικής αλλεργίας, σε ασθενείς με κνίδωση (εκτός εάν οφείλεται στο δηλητήριο Υμενοπτέρων) ή άλλες αλλεργικές δερματοπάθειες, συμπεριλαμβανομένης και της ατοπικής δερματίτιδας. Η ατοπική δερματίτιδα, που είναι πιο συχνή στα παιδιά με οικογενειακό ιστορικό ατοπικής νόσου (αλλεργικής ρινίτιδας, άσθματος, ατοπικής δερματίτιδας), αντιμετωπίζεται συμπτωματικά, αλλά και με μέτρα αποφυγής στις περιπτώσεις, που καταδεικνύεται αιτιολογική συσχέτιση με συγκεκριμένο αλλεργιογόνο (συνήθως τρόφιμα ή πιο σπάνια εισπνεόμενα, κυρίως ακάρεα οικιακής σκόνης). Ούτε στις περιπτώσεις, που αποδεικνύεται κάποιο περιβαλλοντικό αλλεργιογόνο, ως αιτιολογικός παράγων, δεν υφίσταται ένδειξη για ανοσοθεραπεία. Επιβάλλεται μόνο η απομάκρυνση (παροδική τουλάχιστον) του υπεύθυνου αλλεργιογόνου από το περιβάλλον ή διαιτολόγιο του ατόμου. Φυσικά, η επιστήμη εξελίσσεται και δυνατόν να ζητηθεί από ασθενείς κάποτε να μετάσχουν σε ερευνητικά πρωτόκολλα, που πιθανόν να ερευνήσουν  το θέμα της ανοσοθεραπείας στην ατοπική δερματίτιδα ή άλλες ατοπικές παθήσεις, για τις οποίες δεν υφίσταται ακόμη ένδειξη· η διαδικασία αυτή είναι καθ' όλα νόμιμη αρκεί να διευκρινισθεί ο σκοπός της και να τηρηθούν ορισμένοι κανόνες, που έχουν θεσπισθεί για την συμμετοχή εθελοντών ασθενών σε ερευνητικές κλινικές εργασίες.

Ορισμένοι τύποι αλλεργικών παθήσεων, όπως η ορονοσία, διάφορες δερματικές εκδηλώσεις φαρμακευτικής αλλεργίας, το σύνδρομο φαρμακευτικής υπερευαισθησίας, η δερματίτιδα από επαφή, η πνευμονίτιδα υπερευαισθησίας, κ.α., αντιμετωπίζονται στη μεν οξεία φάση συμπτωματικά, μακροχρόνια, όμως, με την απομάκρυνση του υπεύθυνου αιτιολογικού παράγοντα ή της ΙgE-μεσολαβούμενης αλλεργικής αντίδρασης (τύπου Ι ή αναφυλακτικής).

Καλλιόπη Κόντου-Φίλη

Η Κ. Κόντου-Φίλη είναι Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών και Πανεπιστημίου Michigan, Διευθύντρια Αλλεργιολογικού Τμήματος Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών